Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Παῦλος καί Ἰουλιανή ἦταν ἀδέλφια κατά σάρκα καί ἔζησαν στήν Πτολεμαΐδα τῆς Αἰγύπτου κατά τόν 3ο αἰῶνα μ.Χ. ἐπί αὐτοκράτορα Αὐρηλιανού (270 – 275 μ.Χ.).
Ὁ Ἅγιος Παῦλος, νεαρός στήν ἡλικία, μελετοῦσε τίς θεῖες Γραφές καί κήρυττε στό λαό τοῦ Θεοῦ τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔτσι στήριζε τούς Χριστιανούς στήν πατρώα εὐσέβεια. Γιά τόν λόγο αὐτόν τόν συνέλαβαν, τόν κρέμασαν καί ἄρχισαν νά τοῦ ξεσκίζουν τίς σάρκες. Βλέποντας ἡ ἀδελφή του Ἰουλιανή τόν αδελφό της σέ αὐτή τήν κατάσταση, ἄρχισε νά φωνάζει καί νά διαμαρτύρεται κατά τῶν βασανιστῶν. Ἔτσι συνέλαβαν καί αὐτήν, τήν ἔδεσαν καί ἄρχισαν νά τήν κτυποῦν. Δύο ἀπό τούς δημίους, πού εὐσπλαχνίσθηκαν τούς Ἁγίους, πίστεψαν στόν Χριστό καί ἀποκεφαλίσθηκαν.
Μετά τά βασανιστήρια οἱ Ἅγιοι ρίχτηκαν στή φυλακή, μήπως καί ἀλλάξουν φρόνημα. Ὅμως ἐκεῖνοι μέ πνευματική ἀνδρεία ὁμολογοῦσαν καί πάλι τήν πίστη τους στόν Χριστό, μέ ἀποτέλεσμα νά τούς κρεμάσουν καί ἐν συνεχεία νά τούς ἀποκεφαλίσουν (τό ἔτος 273 μ.Χ.).
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.