Οἱ Ἅγιοι αὐτοί Μάρτυρες πίστεψαν στόν Χριστό κατά τό φρικτό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους. Μόλις εἶδαν τό θαῦμα τοῦ Ἁγίου πού ἐπιτελέσθηκε στόν ἔπαρχο Λουκιανό, οἱ δήμιοι Πορφύριος καί Βάπτος ἢ Δαῦκτος, ἀρνήθηκαν τά εἴδωλα καί ὁμολόγησαν τόν Χριστό. Τό ἴδιο ἔπραξαν καί τρεῖς ἀπό τίς παρευρισκόμενες ἐκεῖ γυναῖκες. Ὅλους αὐτούς τούς συνέλαβε ὁ Λουκιανός καί, ἀφοῦ πρῶτα τούς ὑπέβαλλε σέ φοβερά βασανιστήρια, ἀπέκοψε τίς τίμιες κεφαλές αὐτῶν.
Ἅγιοι Βάπτος καὶ Πορφύριος οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ τρεῖς πιστεύσασαι γυναῖκες (10 Φεβρουαρίου)
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.