Ὁ Ἅγιος Αὐτόνομος ἦταν ἐπίσκοπος στήν Ἰταλία καί εἶχε στήν ἐπισκοπή του πλούσια χριστιανική δράση.
Ὅταν ἄρχισε ὁ διωγμός τοῦ Διοκλητιανοῦ ἐγκατέλειψε τήν θέση του, καί πῆγε στούς Σώρεους τῆς Μ. Ἀσίας. Ἐκεῖ ἐγκαταστάθηκε στό σπίτι ἐνός χριστιανοῦ, τοῦ Κορνηλίου καί συνέχιζε νά διδάσκει τό Εὐαγγέλιο.
Στήν συνέχεια μετέβη στήν Λυκαονία καί στήν Ἰσαυρία γιά νά συνεχίσει τό ἔργο του. Πρίν ξεκινήσει τό ταξίδι του χειροτόνησε διάκονο τόν Κορνήλιο.
Ὕστερα ἀπό καιρό ὅταν ἐπέστρεψε στούς Σωρεούς καί εἶδε τό πολύ καλό ἔργο πού εἶχε κάνει νά ἀσπαστοῦν τόν χριστιανισμό πολλοί ἄνθρωποι, τόν χειροτόνησε ἱερέα. Ἀφοῦ ἐπισκέπτεται πολλές περιοχές στόν Εὔξεινο Πόντο ἐπιστρέφει πάλι κοντά στόν Κορνήλιο καί τόν χειροτονεῖ ἐπίσκοπο. Τό θεάρεστο ἔργο πού ἔχει κάνει ὁ Ἅγιος Αὐτόνομος ἐνοχλεῖ τούς εἰδωλολάτρες, πού τόν σκοτώνουν μέ λιθοβολισμό τήν ὥρα πού λειτουργεί μέσα στό ναό.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐκ Δυσμῶν ἀνατείλας ὡς ἀστήρ οὐρανόφωτος, καί πρός τήν Ἑῴαν ἐκλάμψας, ταῖς ἀκτῖσι τῶν τρόπων σου, τόν Ἥλιον τῆς δόξης Ἰησοῦν, ἐδόξασας ἀθλήσει σου στερρᾷ· διά τοῦτο ἐδοξάσθης θεουργικῶς, Αὐτόνομε Πατήρ ἡμῶν. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Τά θεῖα σοφέ, σεμνῶς ἐμυσταγώγησας, θυσία δεκτή, ἐγένου παμμακάριστε· τοῦ Χριστοῦ γάρ ἔπιες, τό ποτήριον Μάρτυς Αὐτόνομε· καί αὐτῷ νυνί παρεστώς, πρεσβεύεις ἀπαύστως, ὐπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Μεγαλυνάριον.
Δέσμιος ὢν Πάτερ θείᾳ στοργῇ, πίστεως τόν σπόρον, κατεβάλου εἰς ἐκατόν, καί τῷ αἵματί σου, αὐτόν καταποτίσας, Αὐτόνομε ἐδρέψω, ζωῆς τόν ἄσταχυν.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.