Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Ἀγαπητός τοῦ Μαρκοῦσεφ, ἕζησε στή Ρωσία περί τόν 16ο αἰώνα μ.Χ. Ἀρχικά ἔγινε μοναχός στή μονή τῶν Ἁγίων Βόριδος καί Γκλέμπ τοῦ Σολφυτσεγκόντσκ καί μαρτύρησε τό 1584.
Τό 1576, ὅταν ὁ Ἅγιος ἀσθένησε βαριά, ἐμφανίσθηκε σέ αὐτόν ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Θαυματουργοῦ, πού ὀνομάζεται Βελικορέσκαγια καί τοῦ ἔδωσε ἐντολή νά πάει στόν ποταμό Μαρκούζα καί νά ἱδρύσει ἐκεῖ ἕνα καινούργιο μοναστήρι. Ὁ Ὅσιος, θεραπευμένος τήν ἴδια στιγμή, ἐκπλήρωσε τό καθῆκον πού τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ, κατασκευάζοντας πρῶτα ἕνα ξύλινο παρεκκλήσι καί ἀργότερα, τό 1578, δύο ναούς ἀφιερωμένους μέ σεβασμό στόν Ἅγιο Νικόλαο καί στόν Ἅγιο Προκόπιο τοῦ Οὔγκλιχ.
Τό ἴδιο ἔτος, ὁ Ὅσιος Ἀγαπητός πῆγε στή Μόσχα, γιά νά ζητήσει ἀπό τόν τσάρο ἕνα χῶρο καί τήν ἄδεια νά κατασκευάσει στόν ποταμό Λόχτα ἕνα μύλο, ἀπό τόν ὁποῖο θά ἐξασφάλιζε τή συντήρησή του τό μοναστήρι. Ἔτσι καί ἔγινε.
Ὅμως οἱ κάτοικοι τοῦ διπλανοῦ χωριοῦ, τοῦ Καλίνιν, ἀπό τό φόβο ὅτι τά κτήματά τους θά προσαρτόνταν στό μοναστήρι, συνωμότησαν νά σκοτώσουν τόν Ὅσιο Ἀγαπητό. Ὁδηγούμενοι ἀπό ἕναν βλάσφημο χωρικό, πού ὀνομαζόταν Βόγκνταν Λγιάτσωφ, ἐπιτέθηκαν στόν Ὅσιο Ἀγαπητό κοντά στόν μύλο στίς 21 Μαΐου 1584, τόν σκότωσαν καί ἔριξαν τό λείψανό του στόν ποταμό Οὐστγίγκα. Οἱ μοναχοί βρῆκαν τό τίμιο σκήνωμα καί τό ἐνταφίασαν μέ εὐλάβεια σέ ἕνα παρεκκλήσι, τό ὁποῖο ἀνυψώθηκε ἀνάμεσα στούς δύο ναούς τοῦ μοναστηριοῦ.
Τό 1712, ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ Χολμογκόρυ Βαρνάβας, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε τό μοναστήρι, συνέλεξε πληροφορίες σχετικά μέ τό βίο τοῦ Ὁσίου Ἀγαπητοῦ καί σχετικά μέ ὅλα τά θαύματα τῆς εἰκόνας τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Ἔτσι, τό 1715 μέ ἐντολή τοῦ ἰδίου τοῦ Ἐπισκόπου συντάχθηκε ὁ βίος τοῦ Ὁσιομάρτυρος Ἀγαπητοῦ.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.