Ὁ Ἅγιος Ἀγάθων καταγόταν ἀπό τό Παλέρμο τῆς Ἰταλίας. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του δίδαξαν σέ αὐτόν κάθε γραφή θεόπνευστη καί ὠφέλιμη. Μετά τόν θάνατό τους συγκέντρωσε ὅλο τόν πλοῦτο του καί τόν μοίρασε στούς πτωχούς. Ὁ ἴδιος, ἀφοῦ ἀναχώρησε καί ἡσύχαζε σέ μοναστήρι, ἐκάρη μοναχός καί ὑπηρετοῦσε τόν Θεό προσευχόμενος νύχτα καί ἡμέρα ὑπέρ τοῦ σύμπαντος κόσμου. Τόσο πολύ δέ ἀγωνίσθηκε γιά τήν ἀρετή, ὥστε ἔλαβε ἀπό τόν Θεό καί τό χάρισμα νά κάνει θαύματα.
Ἐπειδή ὅμως ἡ ἀρετή δέν διαφεύγει τῆς προσοχῆς, ἔγινε καί Πάπας τῆς Ρώμης τό ἔτος 678 μ.Χ. καί ἔλαβε ἐνεργό μέρος στήν ΣΤ’ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἀποστέλλοντας τρεῖς ἀντιπροσώπους καί τρεῖς Ἐπισκόπους τῆς Ἰταλίας. Ἡ Σύνοδος αὐτή, συνῆλθε τό ἔτος 680 μ.Χ. στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά καταδικάσει τήν αἵρεση τῶν Μονοφυσιτῶν. Μεταξύ τῶν καταδικασθέντων ἦταν καί ὁ προκάτοχος τοῦ Ἁγίου Ἀγάθωνος Ἐπίσκοπος Ρώμης Ὀνώριος Α’ (625 – 638 μ.Χ.)
Ὁ Ἅγιος Ἀγάθων κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 682 μ.Χ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.