Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος ἔζησε κατά τό πρῶτο ἥμισυ τοῦ 5ου αἰῶνος μ.Χ. καί καταγόταν ἀπό τή Μελιτηνή τῆς Ἀρμενίας. Διετέλεσε ἀναγνώστης τῆς ἐκεῖ τοπικῆς Ἐκκλησίας καί διδάσκαλος τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ Μεγάλου, τόν ὁποῖο σέ ἡλικία μόλις τριῶν ἐτῶν, ὅταν ὁ Ὅσιος ἔχασε τόν πατέρα του, ἡ χήρα μητέρα του τόν παρέδωσε στόν εὐλαβή Ἐπίσκοπο τῆς Μελιτηνῆς Εὐτρώιο.
Ὁ Ἅγιος διακρίθηκε γιά τό ὀρθόδοξο ἦθος του καί τούς ἀγῶνες του κατά τῶν δυσσεβῶν αἱρετικῶν. Παρέστη στήν Γ’ Οἰκουμενική Σύνοδο, τό ἔτος 431 μ.Χ., πού συγκλήθηκε στήν Ἔφεσο καί ὑποστήριξε θερμά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία περί τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων καί περί τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας ὡς Θεοτόκου, ἐναντίων τοῦ Νεστορίου. Στά Πρακτικά τῆς Συνόδου διασώθηκε σύντομη ὁμιλία τοῦ Ἁγίου, στήν ὁποία ὑποστηρίζει τήν περί δύο φύσεων ἐκκλησιαστική διδασκαλία.
Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος συνδεόταν στενά διά πνευματικῆς φιλίας μέ τόν Ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας. Μάλιστα, ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος εἶχε συστήσει στόν Ἐπίσκοπο Πέτρο τῶν Σαρακηνῶν νά ἀκολουθήσει κατά πάντα τρόπο στή Σύνοδο τούς Ἁγίους Κύριλλο καί Ἀκάκιο, πού ἦταν Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι καί ἀγωνίζονταν κατά τῆς ἀσεβείας.
Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος, ἀφοῦ ἐργάσθηκε γιά τή διάδοση καί στερέωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ὑπῆρξε θαυματουργός, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 445 μ.Χ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.