Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ἔζησε τόν 3ο καί 4ο αἰώνα μ.Χ. καί συμμετεῖχε στήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ ὁποία συνῆλθε τό 325 μ.Χ. στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας, γιά νά καταδικάσει τίς αἱρετικές δοξασίες τοῦ Ἀρείου.
Σύμφωνα μέ τόν Γελάσιο Κυζίκου, ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ὑπογράφει στή Σύνοδο τῆς Νικαίας ὡς «Ἀλέξανδρος Θεσσαλονίκης διά τῶν ὑπ’ αὐτῶν τελούντων, ταῖς κατά Μακεδονίαν πρώτην καί δευτέραν σύν τῇ Ἑλλάδι, τήν τε Εὐρώπην πᾶσαν, Σκυθίαν ἑκατέραν, καί ταῖς κατά τό Ἰλλυρικόν ἅπασαις, Θεσσαλίαν τε καί Ἀχαΐαν».
Στό ἔργο τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, «Ἀπολογητικός κατά Ἀρειανῶν», συμπεριλαμβάνονται δύο ἐπιστολές πού ἀνήκουν στόν Ἐπίσκοπο Ἀλέξανδρο, ὅπως πιστοποιεῖ ὁ ἴδιος ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.
Πρόκειται α) γιά μία ἐπιστολή πού ἀπέστειλε στόν Μέγα Ἀθανάσιο τό 322 μ.Χ. («Κυρίῳ ἀγαπητῷ υἱῷ καί ὁμοψύχῳ συλλειτουργῷ Ἀθανασίῳ Ἀλεξανδρείας»), στήν ὁποία ἐκφράζει τή χαρά του, διότι οἱ κατηγορίες ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ὑπῆρξε ὁ ἠθικός αὐτουργός γιά τή δολοφονία τοῦ μελιτιανοῦ Ἐπισκόπου Ἀρσενίου ἀποδείχθηκαν ψευδεῖς, καί β) γιά μιά ἐπιστολή πρός τόν αὐτοκρατορικό ἐπίτροπο κόμητα Διονύσιο («Ταῦτα δεξάμενος Ἀλέξανδρος ὁ ἐπίσκοπος τῆς Θεσσαλονίκης, ἔγραψε Διονυσίῳ τῷ κόμητι ταῦτα»), στήν ὁποία καταγγέλλει τίς σκευωρίες τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων πού συμμετεῖχαν στή Σύνοδο τῆς Τύρου (335 μ.Χ.) κατά τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου.
Σύμφωνα μέ τό Συναξάριο τῆς Ἁγίας Ματρώνης († 27 Μαρτίου), ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος, μετά τό τέλος τῶν διωγμῶν καί τήν ἔκδοση τοῦ διατάγματος τῶν Μεδιολάνων (313 μ.Χ.), μετέφερε τό μαρτυρικό της λείψανο μέσα στήν πόλη καί «ἐκκλησίαν κτίσας ἐκεῖσε ἀπέθετο τήν μακαρίαν καί ἀοίδιμον ὁσίως καί εὐσεβῶς».
Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος, ἀφοῦ ἔζησε κατά Θεόν καί ἀγωνίσθηκε σθεναρά γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.