Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἄνεκτος, εὐσεβής καί ζηλωτής Χριστιανός, πού μέ τούς λόγους καί τά ἔργα του, ἀποτελοῦσε πολύτιμη δύναμη τῆς Ἐκκλησίας στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, ἐμαρτύρησε ἐπί αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ὁ ἡγεμόνας τῆς πόλεως αὐτῆς, Οὐρβανός, ἀφοῦ συνέλαβε τόν Ἄνεκτο καί δέν μπόρεσε νά τόν ἀποσπάσει ἀπό τήν πίστη του, κατέφυγε στήν ὠμή καί θηριώδη βία τῶν βασανιστηρίων. Στήν ἀρχή τόν ἐράβδισαν καί ἔπειτα τοῦ ἔσχισαν τά πλευρά μέ σιδερένια νύχια, ἐτρύπησαν τούς ἀστραγάλους του καί ἔκαψαν τίς πληγές του μέ ἀναμμένες λαμπάδες. Ὅταν οἱ δήμιοι εἶδαν ὅτι ἀκόμα ἀνέπνεε, τόν ἀποκεφάλισαν, τό 298 μ.Χ. Ἔτσι ὁ Μάρτυς ἔλαβε τόν ἀμάραντο στέφανο τοῦ μαρτυρίου καί εἰσῆλθε στή χαρά τοῦ Κυρίου του.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.