Ὁ Ἅγιος Δαβίδ καταγόταν ἀπό τήν Οὐαλία καί ἀνατράφηκε μέ παιδεία καί νουθεσία Κυρίου. Ἀπό νεαρά ἡλικία ἀκολούθησε τό μοναχικό βίο καί ἐκάρη μοναχός. Ἀποσύρθηκε στή νῆσο τοῦ Οὐάϊτ, καθοδηγούμενος ἀπό τόν Γέροντα Παυλίνο. Κήρυξε πρός τούς Βρετανούς καί ἀνοικοδόμησε ναό στήν πόλη Γκλαστένμπουρυ, ὅπου κατά τήν παράδοση κήρυξε ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας πού εἶχε, κατά τήν παράδοση, μαζί του τό Ποτήριον τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καί τόν Ἀκάνθινο Στέφανο τοῦ Κυρίου.
Ὁ Ἅγιος Δαβίδ ἵδρυσε δώδεκα μοναστήρια στά ὁποῖα ἐπέβαλε τούς κανόνες τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Οἱ μοναχοί μιλοῦσαν σπάνια καί ὡς κύριο ἔργο τους εἶχαν τήν προσευχή.
Ὁ Ἅγιος ἔλαβε μέρος σέ δύο Συνόδους κατά τοῦ Πελαγιανισμοῦ, πού ἔγιναν στήν πόλη Μπρέβυ τό 512 ἢ 519 μ.Χ. καί στήν πόλη Βικτόρια λίγο ἀργότερα. Κατά τήν διάρκεια τῆς Συνόδου ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Οὐαλίας, ἀλλά ἀποδέχθηκε τήν ἐκλογή του μετά ἀπό πολλές πιέσεις.
Ὁ Ἅγιος Δαβίδ κοιμήθηκε ὁσίως μέ εἰρήνη τό ἔτος 544 μ.Χ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.