Ὁ Ἅγιος Εὐσχήμων ὁ Ὁμολογητής, ἔζησε κατά τά χρόνια τῆς εἰκονομαχίας (9ος αἰώνας μ.Χ.) καί ἦταν, ὡς Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως τῆς Λαμψάκου, ὑπέρμαχος τῆς προσκυνήσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Γιά τόν λόγο αὐτό, ἐπί αὐτοκράτορα Λέοντος Ε’ (813 – 820 μ.Χ.), ἐξορίσθηκε καί φυλακίσθηκε. Ἦταν φίλος καί συναγωνιστής τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου καί διέλαμψε στήν ἀρχιερωσύνη ὡς ἐλεήμων καί αὐστηρός τηρητής τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως. Ὁ Θεός τόν ἀξίωσε καί τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας. Ἔτσι, ὅταν κάποτε πέθανε ἕνα βρέφος, τό ὁποῖο κρατοῦσε ἡ μητέρα του καί ἔκλαιγε, ὁ Ἅγιος προσευχήθηκε στόν Θεό καί τό ἀνέστησε. Καί μέ ἕνα λόγο του μόνο ἔδιωχνε τά ζῶα καί τά θηρία, πού ἔβλαπταν τούς ἀγρούς.
Ὁ Ἅγιος Εὐσχήμων κοιμήθηκε μέ εἰρήνη, ὡς Ὁμολογητής στήν ἐξορία.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.