Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Εὐλόγιος καταγόταν ἀπό τήν Παλαιστίνη καί ἦταν υἱός πλούσιων εἰδωλολατρῶν γονέων. Ὁ ἴδιος, ἀφοῦ ἐπέστρεψε στόν Χριστό καί βαπτίσθηκε, μετά τόν θάνατο τῶν γονέων του, διαμοίρασε τά πλούτη του στούς πτωχούς καί περιερχόταν σέ ὅλη τήν πόλη καί τή χώρα, διδάσκοντας στούς εἰδωλολάτρες τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ καί βαπτίζοντας πολλούς ἀπό αὐτούς στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὅμως κατηγορήθηκε ἀπό τούς εἰδωλολάτρες στόν ἄρχοντα τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολή νά τόν συλλάβουν καί νά τόν ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του. Ὁ Ἅγιος μέ θάρρος καί παρρησία ὁμολόγησε τήν πίστη του στόν Χριστό καί ἀρνήθηκε νά θυσιάσει στά εἴδωλα. Ἀμέσως ἄρχισαν τά βασανιστήρια. Ἀφοῦ τόν ἔγδυσαν, τόν κτύπησαν βίαια μέ σκληρές χορδές ἀπό νεῦρα βοδιῶν καί στήν συνέχεια ἀπέκοψαν τήν τίμια κεφαλή αὐτοῦ.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος ἔλαβε τό ἁμάραντο στέφανο τῆς δόξας καί εἰσῆλθε στήν οὐράνια ζωή τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.