Ὁ Ἅγιος Ἰορδάνης, καταγόταν ἀπό τήν Καππαδοκία καί μετά τόν γάμο του ἐγκαταστάθηκε στό Γαλατᾶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Σέ κάποια διασκέδασή του μέ Ὀθωμανούς συμπατριῶτες του καί κατά τήν διάρκεια ἑνός παιχνιδιοῦ, κάποιος συμπαίκτης βλασφήμησε τόν Ἅγιο Νικόλαο. Ἀμέσως ὁ Ἰορδάνης ἀπάντησε τό ἴδιο κοροϊδευτικά εἰς βάρος τοῦ Μωάμεθ. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα, καταγγέλθηκε ὡς ὑβριστής τῆς μουσουλμανικῆς θρησκείας καί ὁδηγήθηκε στόν βεζίρη, ὁ ὁποῖος τόν πίεσε νά ἀλλαξοπιστήσει γιά νά ἀποφύγει τήν τιμωρία. Παρά τίς ἀπειλές καί τίς δελεαστικές προτάσεις, ἀκόμη καί νά ὁμολογήσει μέν φανερά ὅτι ἀσπάζεται τόν Μουσουλμανισμό καί στή συνέχεια νά ζήσει χριστιανικά ὅπου ἐκεῖνος ἤθελε, ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε θαρραλέα. Ἔτσι ὑπέστη τόν δι’ αποκεφαλισμοῦ θάνατο, τό ἔτος 1650 μ.Χ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.