Ὁ Ἅγιος Καρτέριος ἦταν ἱερέας καί διδάσκαλος τῶν Χριστιανῶν κατά τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καί ὅταν ἡγεμόνας Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας ἦταν ὁ Οὐρβανός.
Ὁ Καρτέριος ἀνήγειρε ἕναν οἶκο προσευχῆς. Ἐκεῖ μάζευε τά πλήθη τῶν Χριστιανῶν καί τά δίδασκε νά λατρεύουν μόνο τόν Χριστό, πού εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός. Γιά τή διδασκαλία του αὐτή, οἱ εἰδωλολάτρες τόν κατήγγειλαν στόν ἡγεμόνα. Ὁ Ἅγιος γιά ν’ ἀποφύγει τήν σύλληψη, θεώρησε καλό νά κρυφτεῖ. Τότε ἐμφανίστηκε σέ αὐτόν ὁ Κύριος καί τοῦ εἶπε: «Πήγαινε, Καρτέριε καί ἐμφανίσου σ’ ἐκείνους πού σέ ζητοῦν. Ἐγώ θά εἶμαι μαζί σου. Πρέπει ἐσύ νά πάθεις πολλά γιά τό ὄνομά μου, πολλοί ἐξ αἰτίας σου θά πιστέψουν σέ ἐμένα καί θά σωθοῦν». Ὁ Ἅγιος, ὕστερα ἀπό αὐτό τό Θεῖο ὅραμα, ἔνιωσε ἀπερίγραπτη χαρά καί, ἀφοῦ ἀνέπεμψε εὐχαριστία στόν Θεό, πῆγε καί παρουσιάσθηκε στούς διῶκτες του.
Ἐκείνοι τόν ἔκλεισαν στή φυλακή καί λίγο ἀργότερα τόν ὁδήγησαν μπροστά στόν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε ἐντολή νά θυσιάσει στό εἴδωλο τοῦ ψεύτικου θεοῦ Σαράπη. Ὁ Ἅγιος ὅμως, μέ τήν προσευχή του, συνέτριψε τό ἄγαλμα αὐτό. Τότε δόθηκε ἐντολή σέ δέκα ἕξι στρατιῶτες νά τόν χτυπήσουν ἀλύπητα μέ ραβδιά. Καταπάνω του ἔπεσαν καί τέσσερις ἄλλοι δήμιοι καί τόν βασάνισαν. Στήν συνέχεια τόν κρέμασαν σ’ ἕνα δένδρο καί μέ ξυράφι τοῦ ἀφαίρεσαν τά νύχια τῶν χεριῶν καί τῶν ποδιῶν του. Ἔπειτα τοῦ καταξέσχισαν μέ σιδερένια νύχια ὅλο του τό σῶμα. Ἀλλά ὁ Ἅγιος, μέ τήν ἐμφάνιση Ἀγγέλου, πού εἶχε ἀποσταλεῖ ἀπό τόν Κύριο, ξεπέρασε τά βάσανα καί οἱ πληγές τοῦ σώματός του θεραπεύθηκαν.
Τά φρικτά βασανιστήρια συνεχίσθηκαν. Τοῦ τρύπησαν μέ σίδερο μυτερό τούς ἀστραγάλους καί μέ πυρακτωμένο ὑνί ἀλετριοῦ τοῦ κτύπησαν τό στῆθος. Μετά τόν ἔβαλαν νά καθίσει σέ πυρακτωμένο σιδερένιο τηγάνι κι ἔπειτα τόν ἔριξαν σέ σκληρά δεσμά.
Τή νύχτα, ἐμφανίστηκε ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος τόν θεράπευσε, τόν ἀπάλλαξε ἀπό τά δεσμά καί τόν ἔβαλε νά σταθεῖ ἔξω ἀπό τήν θύρα τῆς φυλακῆς. Τότε πολλοί πού τόν εἶδαν ὑγιῆ πῆγαν κοντά του, βαπτίζονταν καί θεραπεύονταν ἀπό ἀσθένειες πού τούς βασάνιζαν.
Ὕστερα ἀπό αὐτά, ὑπέβαλαν τόν Ἅγιο καί σέ ἄλλα, ἀκόμη πιό σκληρά βασανιστήρια. Τόν ἔδεσαν χειροπόδαρα σέ ὀγκόλιθους, τόν κτυποῦσαν μέ ραβδιά στήν κοιλιά καί τόν κατέκαψαν ρίχνοντας ἐπιπλέον θειάφι καί πίσσα στίς πληγές του. Καί τά μαρτύρια συνεχίζονταν. Ὁ Ἅγιος δοξολογώντας τό Ὄνομα τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἔμεινε ἀλώβητος.
Κάποιος ὅμως ἀπό τούς παρευρισκομένους ἐκεῖ Ἰουδαίους, ἐξοργίσθηκε πάρα πολύ, γιατί ὁ Ἅγιος μετά ἀπό κάθε βασανιστήριο διασωζόταν. Σήκωσε, λοιπόν, τό δόρυ του, κτύπησε μέ μανία τόν Ἅγιο στήν πλευρά καί τοῦ ἐπέφερε τόν θάνατο. Ἀπό τήν πληγή πού ἄνοιξε τό κτύπημα τοῦ δόρατος στόν Ἅγιο, πρίν τρέξει αἶμα, ἔτρεξε πρῶτα νερό καί μάλιστα τόσο πολύ, πού ἔσβησε καί τήν ἴδια τή φωτιά τῆς καμίνου, στήν ὁποία τόν εἶχαν ρίξει. Μέ τόν τρόπο αὐτό, ὁ Ἅγιος Καρτέριος, πού τόσο καρτερικά ὑπέμεινε τά βάσανα γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, παράδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.