Καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη Ταλμενία τῆς Παμφυλίας Σίδης (290 μ.Χ.), καί ἐργαζόταν μέ πολλή δραστηριότητα, γιά τήν ἐπέκταση τῆς χριστιανικῆς πίστης.
Γι’ αὐτό, καταγγέλθηκε στόν ἔπαρχο Στρατόνικο καί καταδικάστηκε νά καεῖ. Στό δρόμο ὅμως γιά τήν ἐκτέλεση τῆς ποινῆς, αὐτός πού κρατοῦσε τά ξύλα γιά τή φωτιά, ξαφνικά ἀρρώστησε καί ἔπεσε κάτω. Τότε, ὁ ἐπικεφαλής τοῦ ἀποσπάσματος, διέταξε κάποιον ἀπό τούς στρατιῶτες νά σηκώσει καί νά μεταφέρει τά ξύλα. Ἀλλά ὁ γενναῖος χριστιανός μάρτυρας, παρακάλεσε νά βάλλουν στούς δικούς του ὤμους τά ξύλα, καί νά μεταφέρει αὐτός τά ὑλικά τοῦ μαρτυρίου του.
Τήν ἴδια γενναιότητα ἐπέδειξε ὁ Ἅγιος Κινδέος καί στήν φωτιά. Ἐνῷ τόν εἶχαν πάνω στά ξύλα, καί πρίν οἱ φλόγες τόν καλύψουν, δίδασκε τούς παρευρισκομένους μέ ἱερό ἐνθουσιασμό καί τούς προέτρεπε νά προσέλθουν στή θρησκεία τοῦ Χριστοῦ.
Τέλος, ἐνῷ παρέδιδε τήν ψυχή του καιόμενος μέσα στίς φλόγες, κέρδιζε ἄλλη μεγάλη νίκη. Ὁ ἱερέας τῶν εἰδώλων, ἔκπληκτος μπροστά σέ τέτοιο θάνατο, πίστεψε στόν Χριστό μαζί μέ τήν γυναῖκά του. Γιά ν’ ἀποδειχθεῖ ἀκόμα μιά φορά τό ἀκατάβλητο τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, ὅταν αὐτή κηρύττεται μέ αὐταπάρνηση.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.