Πῶς ὁ Ματθίας κατατάχθηκε στό χορό τῶν δώδεκα Ἀποστόλων, τό γνωρίζουμε ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.
Μετά τήν προδοσία καί τόν ἀπαγχονισμό τοῦ Ἰούδα καί μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, οἱ ἕντεκα μαθητές μέ τήν Παναγία βρίσκονταν στό ὑπερῷον. Τότε ὁ Πέτρος πρότεινε νά ἐκλεγεῖ ἄλλος ἀντί τοῦ Ἰούδα, ἀπό τούς ἄνδρες πού ἀκολουθοῦσαν ὑπηρετῶντας τόν Χριστό. Ἡ πρόταση ἔγινε δεκτή καί τέθηκαν δύο ὑποψήφιοι: ὁ Ἰωσήφ ὁ καλούμενος Βαρσαββᾶς καί ὁ Ματθίας. Τότε ἔβαλαν κλῆρο, καί δίνοντας σέ ὅλους ἐμᾶς παράδειγμα ἐναπόθεσης κάθε ἐκλογῆς μας στόν Θεό, προσευχήθηκαν ὅλοι μαζί ὡς ἑξῆς:
«Σύ Κύριε, καρδιογνῶστα πάντων, ἀνάδειξαν ὂν ἐξελέξω ἐκ τούτων τῶν δύο ἕναν, λαβεῖν τόν κλῆρον τῆς διακονίας ταύτης καί ἀποστολῆς». Δηλαδή: «Σύ Κύριε, πού γνωρίζεις τίς καρδιές ὅλων, φανέρωσε καθαρά ἐκεῖνον πού ἐξέλεξες, ἕναν ἀπό αὐτούς τούς δύο, γιά νά ἐπωμισθεῖ τό ἀξίωμα τῆς ἀποστολικῆς διακονίας».
Στήν συνέχεια ὁ κλῆρος ἔπεσε στόν Ματθία. Καί ἔτσι προστέθηκε στούς ἕντεκα Ἀποστόλους. Ἀπό τή μετέπειτα ζωή τοῦ Ματθία, γνωρίζουμε ὅτι κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Αἰθιοπία, ὅπου καί τελείωσε τή ζωή του μαρτυρικά.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, κεκληρωμένος, συνεπλήρωσας, τῶν Ἀποστόλων, τήν δωδεκάριθμον φάλαγγα ἔνδοξε· μεθ’ ὧν κηρύξας τοῦ Λόγου τήν κένωσιν, ἐθαυμαστώθης Ματθία Ἀπόστολε. Ἀλλά πρέσβευε, δοθήναι τοῖς σέ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμόν καί μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Φωταυγής ὡς ἥλιος εἰς πάντα κόσμον, ἐξελθών ὁ φθόγγος σου, καταφωτίζει τῶν ἐθνῶν, τήν Ἐκκλησίαν ἐν χάριτι, θαυματοφόρε Ματθία Ἀπόστολε.
Μεγαλυνάριον.
Τόν τῆς εὐσεβείας ὑφηγητήν, καί τῆς Δωδεκάδος, τό συμπλήρωμα τῆς κλητῆς, ὕμνοις σε τιμῶμεν, Ἀπόστολε Ματθία, ὡς ἄριστον μεσίτην, ἠμῶν πρός Κύριον.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.