Ὁ Ἅγιος Μύρων, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπό τήν Κρήτη, ἀπό μικρός διακρινόταν γιά τό ζῆλο του καί τήν βαθιά πίστη του στόν Θεό.
Ἀφοῦ παντρεύτηκε, ἀσχολήθηκε μέ τήν καλλιέργεια τῆς γῆς. Ἀπό αὐτό πού ἔβγαζε ἔδινε ἕνα μέρος στούς φτωχούς καί ὅσο ἔδινε τόσο ἡ σοδειά του αὐξάνονταν. Ἡ συμπάθεια τοῦ Ἁγίου πρός τούς ἐνδεεῖς, ξεπερνοῦσε κάθε μέτρο. Μάλιστα λέγεται ὅτι κάποτε συνέλαβε κάποιους μέσα στήν ἀποθήκη νά τοῦ κλέβουν τό σιτάρι καί ἀντί νά τούς κυνηγήσει, ἀντίθετα τούς βοήθησε μεταφέροντας καί ὁ ἴδιος τά σακιά. Γιά ὅλες λοιπόν τίς ἀρετές αὐτές, ὁ Μύρων χειροτονήθηκε ἱερέας. Μετά τό σταμάτημα τοῦ διωγμοῦ τῶν χριστιανῶν, ἔγινε δεσπότης στόν ἐπισκοπικό θρόνο τῆς Κρήτης.
Στά χρόνια πού ἦταν δεσπότης στήν Κρήτη, ἔκανε πάρα πολλά θαύματα. Ἕνα ἀπό αὐτά εἶναι καί τό ἑξῆς: Κάποτε ὁ Ἅγιος ἤθελε νά περάσει ἀπό τόν ποταμό Τρίτωνα καί ὁ ποταμός εἶχε πλημμυρίσει. Τότε ὁ Ἅγιος πρόσταξε καί ἡ ροή τοῦ ποταμοῦ σταμάτησε καί τά νερά δέν προχωροῦσαν μέχρι τήν στιγμή πού ὁ Μύρων ξαναπέρασε καί πῆγε στό σπίτι του. Ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ, ἔστειλε τό ραβδί του μέ κάποιους ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τάραξαν τά νερά μέ αὐτό καί ἔτσι αὐτά ἐπανῆλθαν στήν κανονική τους ροή.
Αὐτά καί ἄλλα πολλά ἔκανε μέχρι τόν θάνατό του ὁ Ἅγιος Μύρων, ὁ ὁποῖος πέθανε σέ ἡλικία 100 ἐτῶν.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.