Ὁ Ἅγιος Πέτρος εἶχε τό ἀξίωμα τοῦ πατρικίου κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ (527 – 565 μ.Χ.) καί ἦταν διοικητής τῆς Ἀφρικῆς. Δυστυχῶς ἦταν ἄνθρωπος ἄσπλαχνος, ἀνελεήμων, πλεονέκτης καί φιλάργυρος. Κάποτε προσῆλθε σέ αὐτόν ἕνας φτωχός, γιά νά τόν δοκιμάσει καί τοῦ ζητοῦσε ἐλεημοσύνη. Τότε ἐκεῖνος ἅρπαξε ἕναν ἄρτο, ἀπό ἐκείνους πού ἐκείνη τήν στιγμή τοῦ εἶχε φέρει ὁ ἀρτοποιός καί σάν πέτρα τόν πέταξε κατά τοῦ φτωχοῦ ἀνθρώπου.
Μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, κάποια στιγμή κράτησε στά χέρια του τό Ἱερό Εὐαγγέλιο. Ἀπό περιέργεια τό ἄνοιξε, ἀλλά ἡ ἀνάγνωσή του δέν τόν ἄφησε ἀδιάφορο. Τότε ἄνοιξαν τά μάτια του. Καί μέ εἰλικρίνεια εἶδε τόν πραγματικό του ἑαυτό. Μέ θλίψη εἶδε τήν ἀληθινή εἰκόνα τῆς ψυχικῆς του καταστάσεως. Ἀμέσως ἦλθε στόν ἑαυτό του ἐφαρμόζοντας τόν λόγο τῶν Πατέρων: «Εἴσελθε στόν ἑαυτό σου. Ἐκεῖ ἡ χαρά καί ἡ βασιλεία». Στή μνήμη του καί στή συνείδησή του ἔρχονταν οἱ φυσιογνωμίες τῶν τελώνων τοῦ Εὐαγγελίου, τούς ὁποίους ὁ Χριστός ἔσωσε. Καί, ὅπως ἐκεῖνοι, μετανόησε.
Τότε, σέ ὥρα ἀσθένειας, εἶδε ὄνειρο. Τοῦ φάνηκε ὅτι παρίστατο στήν κρίση τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἄλλους δικαίωνε καί ἄλλους καταδίκαζε. Ἐκείνη τήν ὥρα τῆς κρίσεως εἶδε κοντά του μία ζυγαριά. Στό ἀριστερό μέρος τῆς ζυγαριᾶς ἔβλεπε νά συγκεντρώνονται δαίμονες καί νά ἐναποθέτουν πολλές κακές του πράξεις, ἐνῶ στό δεξιό του ἔβλεπε Ἀγγέλους νά μήν βρίσκουν κάποιο ἄλλο καλό νά ἐναποθέσουν πρός ἰσορροπία τῆς ζυγαριᾶς, παρά μόνο τόν ἄρτο ἐκεῖνο πού πέταξε μέ θυμό κατά τοῦ φτωχοῦ.
Ἀφοῦ ξύπνησε, ἔλαβε τή μεγάλη καί σωτήρια ἀπόφασή του. Μοίρασε τήν περιουσία του στούς φτωχούς καί ἔκανε ἔργο του νά ἀνευρίσκει τούς πάσχοντες καί τούς ἐνδεεῖς. Ἀλλά ἡ χαρακτηριστικότερη ἀπόδειξη τῆς τέλειας καί καλῆς ἀλλοιώσεώς του καί τῆς αὐταπαρνήσεώς του εἶναι, ὅτι πούλησε σάν δοῦλο τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό καί ἔδωσε τά χρήματα πού πῆρε στούς φτωχούς.
Ἀφοῦ ἀνέκτησε τήν ἐλευθερία του πῆγε στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά προσκυνήσει τούς Ἅγιους Τόπους, ὅπου σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Καί τέλος, ἐπέστρεψε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καί ὁσίως κοιμήθηκε καί ἐνταφιάσθηκε στήν τοποθεσία τοῦ Βοός, στό πατρικό του σπίτι, πτωχός κατά κόσμον, ἀλλά πλούσιος σέ αἰώνιους θησαυρούς.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.