Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Πλάτων, κατά κόσμο Μιλιβόγιε Ἰωάννοβιτς, γεννήθηκε στίς 29 Σεπτεμβρίου 1874 στό Βελιγράδι ἀπό τόν Ἠλία Ἰωάννοβιτς καί τήν Γιέλκα Σοκόλοβιτς. Μετά τήν ἐγκύκλια μόρφωσή του ἀκολούθησε τό μοναχικό βίο καί ἐκάρη μοναχός. Λίγο ἀργότερα χειροτονήθηκε διάκονος καί πρεσβύτερος. Τό ἔτος 1896 ἀπεστάλη γιά σπουδές στή θεολογική ἀκαδημία τῆς Μόσχας. Ἐπιστρέφοντας τό ἔτος 1901 ἀπό τή Ρωσία, μετά τήν ὁλοκλήρωση τῶν σπουδῶν του, διορίσθηκε προϊστάμενος τῆς μονῆς Ρακοβίτσα καί καθηγητής. Κατά τόν Α’ Παγκόσμιο πόλεμο ὁ Ἀρχιμανδρίτης Πλάτων κατετάγη στό σῶμα τῶν στρατιωτικῶν ἱερέων καί μετά τό πέρας τοῦ πολέμου ἀφιέρωσε τήν διακονία του στήν περίθαλψη τῶν ὀρφανῶν καί τῶν πληγέντων. Τό ἔτος 1936 ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος καί τό ἔτος 1939 μετατίθεται στήν Ἐπισκοπή τῆς Μπάνια Λούκα.
Ἄρχισε ὅμως ὁ Β’ Παγκόσμιος πόλεμος. Ὁ Ἐπίσκοπος Πλάτων ἔπρεπε νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν Κροατία, γιατί ἦταν Σέρβος. Ἀρνήθηκε ὅμως, λέγοντας ὅτι ἡ ἐκλογή του ἔγινε ἀπό τήν Ἐκκλησία μέ βάση τούς Κανόνες καί τόν πνευματικό νόμο. Ὄφειλε λοιπόν, νά παραμείνει κοντά στό ποίμνιό του καί νά δώσει τήν ψυχή του γι’ αὐτό, ἐάν χρειαζόταν. Ὡστόσο οἱ ἀρχές τόν ἀνάγκασαν νά ἐγκαταλείψει τήν ἐπαρχία του. Ὁ Ἐπίσκοπος ζήτησε νά μείνει δύο – τρεῖς ἡμέρες προκειμένου νά προετοιμασθεῖ γιά τήν ἀναχώρησή του. Δέν πρόλαβε ὅμως. Οἱ Οὐστάτσι τόν συνέλαβαν μαζί μέ τόν ἱερέα Δουσάν (Σούμποτιτς) καί τόν ἐκτέλεσαν. Τό ἱερό λείψανο τοῦ Ἱερομάρτυρα Πλάτωνος τό ἔριξαν στόν ποταμό Βρμπάνια. Λίγες ἡμέρες ἀργότερα κάποιοι Χριστιανοί τοῦ χωριοῦ Κουμσάλε τό περισυνέλεξαν καί τό ἐνταφίασαν στό στρατιωτικό κοιμητήριο τῆς Μπάνια Λούκα. Τό ἔτος 1973 τά τίμια λείψανά του μετακομίσθηκαν στόν καθεδρικό ναό τῆς Μπάνια Λούκα.
Ἡ κανονική πράξη ἁγιοποιήσεως τοῦ Ἱερομάρτυρος Πλάτωνος ἔγινε ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, τό ἔτος 1998.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.