Δυναμικός κληρικός τοῦ 4ου μ.Χ. αἰῶνα, ἐκ τῆς ἐπαρχίας Γαμφανήτιδος, πού θυσιάστηκε γιά τά ὀρθόδοξα δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὁ πατέρας του Βαρδάνιος ἦταν γεωργός στό ἐπάγγελμα, καί φρόντισε ὁ γιός του νά ἀνατραφεῖ ὄχι μόνο μέ τά διδάγματα τῆς πίστης, ἀλλά τοῦ παρεῖχε ἀρκετή καί ἀπό τήν ἄλλη μόρφωση. Ἔτσι ἐνῷ ὁ πατέρας καλλιεργοῦσε τίς ἀμπελοφυτεῖες του, ὁ γιός μέ ζῆλο καί θέρμη καλλιεργοῦσε τόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, διδάσκοντας τά θεία λόγια καί ἀγωνιζόμενος στόν πολλαπλασιασμό τῆς καρποφορίας τοῦ θείου σπόρου.
Ἦταν μάλιστα ἰκανότατος συζητητής καί πολλές φορές εἶχε καταντροπιάσει σοφούς τῶν εἰδωλολατρῶν σέ συζητήσεις φιλοσοφικές γιά τήν ἀλήθεια καί τή θρησκεία.
Κατόπιν ὁ Πολυχρόνιος πῆγε στήν ἕδρα τῆς σοφίας καί τῶν γραμμάτων, τήν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ἔγινε διάκονος καί ἔπειτα πρεσβύτερος. Ἀπό τό ἀξίωμα αὐτό δέν ἔπαψε νά διδάσκει καί μέ πολλούς τρόπους μοχθοῦσε γιά τή χριστιανική ἀνατροφή τῶν ἐνοριτῶν του.
Ὅταν ὅμως ἔγινε αὐτοκράτορας ὁ ἀρειανόφιλος γιός τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος, ὁ Πολυχρόνιος ἔμεινε στή μερίδα τῶν κληρικῶν ἐκείνων, πού γιά τό ὀρθό δόγμα ἔμειναν ἀπτόητοι μπροστά στούς διωγμούς καί τίς ἐξορίες πού ἐπέβαλε ὁ αἱρετικός αὐτοκράτορας.
Ἔτσι οἱ Ἀρειανοί, ἀνέλαβαν αὐτοί οἱ ἴδιοι νά ἀπαλλαγοῦν μία κι ἔξω ἀπό αὐτόν. Κάποια μέρα λοιπόν πού ὁ Πολυχρόνιος Ἱερουργοῦσε, μιά ὁμάδα ἀπό Ἀρειανούς εἰσέβαλε στό ναό καί τόν ἔσφαξαν πάνω στή Ἁγία Τράπεζα, καί ἔτσι ἔγινε τίμιο ὁλοκαύτωμα γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ, πού μέ τή δική Του θυσία σήκωσε τή δική μας σωτηρία.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ἐργάτης γενόμενος, τῆς ἀρετῆς ἐκ παιδός, θαυμάτων ἐπλούτησας, τήν δωρεάν ἐκ Χριστοῦ, σοφέ Πολυχρόνιε· ὅθεν ἱερατεύσας, τῷ Θεῷ θεοφρόνως, ἤθλησας καί καθεῖλες, τοῦ Ἀρείου τήν πλάνην· διό Ἱερομάρτυς, ἀξίως δεδόξασαι.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἱερεύς θεόληπτος Πάτερ ἐδείχθης, καί στερρῶς ἐνήθλησας, ὑπέρ τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ· διό ἀξίως δεδόξασαι, Ἱερομάρτυς σοφέ Πολυχρόνιε.
Μεγαλυνάριον.
Ἀρετῆς ἐργάτης ὢν ἐκ παιδός, τῆς ἱερωσύνης, ἀνεδείχθης στήλη λαμπρά, καί ὑπέρ τῆς δόξης, Χριστοῦ ἤθλησας χαίρων, ἐκχέας σου τό αἷμα, ὦ Πολυχρόνιε.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.