Ὁ Ἅγιος Σώζων, καταγόταν ἀπό τήν πόλη Λυκαονία τῆς Μ. Ἀσίας.
Βοσκός στό ἐπάγγελμα, γρήγορα βαπτίστηκε χριστιανός καί πῆρε τό ὄνομα Σώζων. Ἦταν ἄνθρωπος ἐνάρετος καί θεοσεβής. Μελετοῦσε τίς Ἅγιες Γραφές καί κήρυττε τό λόγο τοῦ Εὐαγγελίου.
Κάποια μέρα μπῆκε σέ ἕναν εἰδωλολατρικό ναό ὅπου εἶδε ἕνα ἄγαλμα φτιαγμένο ἀπό χρυσό. Ὀργίστηκε μέ τήν σκέψη ὅτι πολλοί ἄνθρωποι πεθαίνουν ἀπό τήν πεῖνα, καί οἱ εἰδωλολάτρες φτιάχνουν πολυτελή εἴδωλα. Ἔτσι ἔκοψε τό ἕνα χέρι τοῦ ἀγάλματος καί ἀφοῦ τό πούλησε μοίρασε τά χρήματα στούς φτωχούς χριστιανούς.
Ὁ ἡγεμόνας τῆς περιοχῆς ὅταν ἔμαθε τί εἶχε συμβεῖ ἄρχισε νά συλλαμβάνει καί νά τιμωρεῖ χριστιανούς. Ὁ Σώζων τότε παρουσιάστηκε στόν ἡγεμόνα καί ὁμολόγησε μέ θᾶρρος καί χωρίς νά ἔχει μετανιώσει.
Ἔπειτα ἀπό πολλά βασανιστήρια παρέδωσε τό πνεῦμά του μαρτυρικά στόν Θεό.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Δι’ ὀμφής οὐρανίου πιστωθείς πρός τά κρείττονα, τούς τῆς εὐσεβείας ἀγῶνας, ἀπτοήτως διέδραμες· καί ὤφθης τοῦ Σωτῆρος κοινωνός, ἀθλήσας Μάρτυς Σώζων ἀνδρικῶς· διά τοῦτο διασώζεις ἐκ πειρασμῶν, τούς πίστει προσιόντας σοι. Δόξα τῷ παρασχόντι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διά σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Νεανίας ἄλκιμος, ὡς ἐπιστάς τῷ σταδίῳ, στρατιώτης ἄριστος τοῦ Ζωοδότου ἐδείχθης· τούτου γάρ, τήν δυναστείαν διεζωσμένος, ἔλυσας, τῶν παρανόμων τάς ἐπινοίας, καί νομίμως ἐναθλήσας, Σῶζον θεόφρον, σώζεις τούς δούλους σου.
Μεγαλυνάριον.
Σώζων τοῦ Σωτῆρος ὁ ἀριστεύς, ὁ τάς παρατάξεις, διολέσας τῶν δυσμενῶν, σῶζε τούς δούλους, τῆς τούτων ἐπηρείας, Χριστόν καθικετεύων, σωθῆναι ἅπαντας.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.