Ὁ Ἅγιος Βασίλειος καταγόταν ἀπό τήν Ἄγκυρα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί ἔζησε κατά τήν ἐποχή τοῦ δυσσεβούς αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ (360-363 μ.Χ.). Ἐπειδή λάτρευε μέ ὅλη του τήν ψυχή τόν Χριστό καί ἐκήρυττε στά πλήθη τό Εὐαγγέλιο, συνελήφθη ἀπό τούς ἐχθρούς τῆς πίστεως καί ὁδηγήθηκε στόν ἡγεμόνα Σατορνίλο ἢ Σατορνίνο, μπροστά στόν ὁποῖο καί ὁμολόγησε μέ παρρησία τήν πίστη του στόν Ἰησοῦ Χριστό. Τότε οἱ πολέμιοι τῆς πίστεως τόν ἐκρέμασαν καί τοῦ καταξέσχισαν τό σῶμα μέ ἀγριότητα, χρησιμοποιώντας αἰχμηρά ὄργανα. Στή συνέχεια τόν ἅρπαξαν καί τόν μετέφεραν στήν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ἀμέσως καί πάλι τόν ἐβασάνισαν. Τοῦ ἐτράβηξαν τά χέρια μέ τόση δύναμη, ὥστε ἐξαρθρώθηκαν οἱ ἁρμοί τους μέχρι καί τούς ὤμους. Ἀκολούθως τοῦ ἄνοιγαν μέ μαχαῖρι βαθιές πληγές στό σῶμα καί τοῦ ἐτρυποῦσαν τίς σάρκες μέ πυρακτωμένα σίδερα.
Καί ὅλα αὐτά τά φρικτά βασανιστήρια τά ὑπέμεινε μέ γενναιότητα καί εἶχε γι’ αὐτό πλούσια τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Ἔπειτα τόν ἔριξαν σέ πυρακτωμένο καμίνι. Ὅμως, ὁ Βασίλειος, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, διαφυλάχθηκε σῶος καί ἀβλαβής μέσα στή φωτιά.
Μετά ἀπό αὐτά οἱ ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ πῆραν τόν Ἅγιο καί τόν πῆγαν ἁλυσοδεμένο στήν Καισάρεια, ὅπου ὁ τοπικός ἄρχοντας τόν καταδίκασε σέ θηριομαχία. Ὁ Ἅγιος προσευχήθηκε θερμά στόν Θεό καί δέν δείλιασε καθόλου μπροστά στά πεινασμένα ἄγρια θηρία, ἀλλά κράτησε σταθερή τήν πίστη του στόν Χριστό. Ἕνα λιοντάρι ὅρμησε πάνω του καί τόν κατασπάραξε.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Βασίλειος τελείωσε τόν βίο του καί ἔλαβε τό στεφάνι τῆς ἀθλήσεώς του γιά τόν Σωτῆρα Χριστό.
Τό τίμιο λείψανό του τό πῆραν εὐλαβεῖς συγγενεῖς του πιστοί, τό ἀρωμάτισαν, τό τύλιξαν καί τό ἐνταφίασαν. Στόν τόπο πού κατατέθηκε τό ἱερό λείψανο τοῦ Μάρτυρα Βασιλείου, οἱ Χριστιανοί ἔκτισαν ἀργότερα ναό.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.