Ὁ Ἅγιος Βλάσιος ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Λικινίου (308 – 323 μ.Χ.). Σπούδασε ἰατρική, ἀλλά προσέφερε χωρίς χρήματα τίς ὑπηρεσίες του, ὡς φιλανθρωπία, στούς πάσχοντες καί ἀσθενεῖς. Ἐκτός ἀπό τήν ἰατρική βοήθεια χορηγοῦσε δωρεάν στούς ἀσθενεῖς τά φάρμακα καί τούς ἔδινε τά ἔξοδα τῆς νοσηλείας τους. Ἡ φιλανθρωπική του δραστηριότητα καλλιεργεῖτο στήν ψυχή του ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τή μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἡ Ἐκκλησία τόν δέχθηκε στίς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου καί τόν ἐξέλεξε Ἐπίσκοπο Σεβαστείας.
Ἐπί τῆς βασιλείας τοῦ Λικινίου, ὁ ἔπαρχος Ἀγρικόλας τόν συνέλαβε καί τόν ὑπέβαλε σέ φρικτά βασανιστήρια. Οἱ στρατιῶτες, ἀφοῦ τόν μαστίγωσαν ἀνηλεῶς μέ ραβδιά, τόν κρέμασαν ἀπό ξύλο καί στήν συνέχεια τόν ὁδήγησαν δεμένο στήν φυλακή. Ἔπειτα τόν ἔριξαν στόν βυθό μιᾶς λίμνης.
Ὅμως ὁ Ἅγιος, μέ τή θαυματουργική ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, διασώθηκε. Ἐξοργισθέντες τότε οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως τόν ἀποκεφάλισαν. Ἔτσι, ὁ Ἱερομάρτυς Βλάσιος ἔλαβε ἀπό τόν Κύριο τῆς δόξας τό στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στό Μαρτύριό του, τό ὁποῖο βρισκόταν κοντά στό Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Φιλίππου.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Φερωνύμως βλαστήσας ὡς δένδρον εὔκαρπον, Ἱεράρχα Κυρίου Βλάσιε ἔνδοξε, μαρτυρίου τούς καρπούς κόσμῳ προήγαγες, καί θαυμάτων δωρεάς, ἀναβλύζεις δαψιλῶς, ὡς θεῖος Ἱερομάρτυς, τοῖς καταφεύγουσι Πάτερ, τῇ ἀντιλήψει τῆς πρεσβείας σου.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Ὁ θεῖος βλαστός, τό ἄνθος τό ἀμάραντον, ἀμπέλου Χριστοῦ, τό κλῆμα τό πολύφορον, θεοφόρε Βλάσιε, τούς ἐν πίστει τελοῦντας τήν μνήμην σου, εὐφροσύνης πλήρωσον τῆς σῆς, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπέρ πάντων ἡμῶν.
Μεγαλυνάριον.
Λόγον ἀληθείας γεηπονῶν, τῆς δικαιοσύνης, ἀναβλάστησας τούς καρπούς, ὧν ἡ Ἐκκλησία, ὁσῶραι γευόμενη, Βλάσιε Ἱεράρχα, τιμᾷ τούς ἄθλους σου.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.