Στίς 11 Μαΐου τοῦ 330 μ.Χ. τελέσθηκαν τά ἐγκαίνια τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς πόλεως τῆς Θεοτόκου, μία πού κατά τό ἀρχαῖο ἔθος «τάς πόλεις μετά τήν κτίσιν καθαίρειν εἴθιστο». Ὁ ἑορτασμός τότε κράτησε ἐπί σαράντα ἡμέρες καί διασώθηκε μέχρι σήμερα στό Μηνολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ λιτή γιά τήν γενέθλια ἡμέρα τῆς Πόλεως ξεκινοῦσε ἀπό τήν περιοχή τοῦ Φόρου καί συνεχιζόταν μέχρι τήν Μεγάλη Ἐκκλησία. Ἐπί τῆς βασιλείας τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἄρχισε ἡ ἀνέγερση τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας σέ ρυθμό βασιλικῆς, πού τότε, προφανῶς λόγω τοῦ μεγέθους του, ὀνομαζόταν Μεγάλη Ἐκκλησία. Τά ἐγκαίνια ὅμως τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ἔγιναν μετά τήν κοίμησή του, στίς 15 Φεβρουαρίου τοῦ 360 μ.Χ., ὁπότε καί ἐπίσημα ὀνομάσθηκε Ἁγία Σοφία.
Τά ἔργα τῆς πρώτης φάσεως ἀνοικοδομήσεως τῆς Πόλεως ἐπί Μεγάλου Κωνσταντίνου στοίχισαν, κατά τόν Κωδινό, 60.000 λίτρες χρυσοῦ.
Ἡ συγκεκριμένη ἡμέρα τῆς τελέσεως τῶν ἐγκαινίων τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπιλέχθηκε σκόπιμα, γιατί συνέπιπτε μέ τήν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Μωκίου, ὁ ὁποῖος ἦταν καί ὁ πολιοῦχος τοῦ Βυζαντίου.
Μεταγενέστερες παραδόσεις, πού καταγράφονται εἴτε σέ χρονογραφήματα εἴτε σέ ἁγιολογικές παραστάσεις, ἀλλά καί σέ αὐτή ἀκόμα τήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, θέλουν τόν Μέγα Κωνσταντίνο νά προσφέρει τήν πόλη του στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος β’.
Τῆς Θεοτόκου ἡ πόλις, τῇ Θεοτόκῳ προσφόρως, τήν ἑαυτῆς ἀνατίθεται σύστασιν· ἐν αὐτῇ γάρ ἐστήρικται διαμένειν, καί δι’ αὐτῆς περισώζεται καί κραταιοῦται, βοῶσα πρός αὐτήν· χαῖρε ἡ ἐλπίς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων.
Ὡς περιόσιος κλῆρος ἡ πόλις σου, προσανατίθεται Κόρη τῇ σκέπῃ σου· ἣν σκέποις ἀμάχῳ ἰσχύϊ σου, σοί ἀφορῶσαν Παρθένε καί κράζουσαν· Σύ εἶ τοῦ λαοῦ σου ἀσφάλεια.
Μεγαλυνάριον.
Πόλις ἡ περίοπτος τοῦ Χριστοῦ, Κεχαριτωμένη, Παντευλόγητε Μαριάμ, ἥνπερ ἔσχες πόλιν, ὡς σχοίνισμα καί κλῆρον, φυλάττοις τε καί σώζοις, τῇ προμηθείᾳ σου.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.