Οἱ Ὅσιοι Εὐάγριος καί Σίος τοῦ Μγκβιμέλι ἔζησαν στήν Γεωργία τόν 6ο αἰώνα μ.Χ.
Ὁ Ὅσιος Εὐάγριος ἀρχικά ἦταν δούκας τοῦ Ζιχαντίνι καί ἀρχηγός τοῦ μεγαλύτερου κράτους στήν αὐλή τοῦ βασιλείου τοῦ Κάρτλι (Δυτική Γεωργία). Στήν συνέχεια ἔγινε ἕνας ἀπό τούς πρώτους γεωργιανούς μαθητές τοῦ Ἁγίου Σίου καί μετέπειτα ἡγούμενος τῆς μονῆς πού ἵδρυσε ὁ τελευταῖος. Ὁ Ὅσιος Εὐάγριος ἐσκόπευε νά γίνει μοναχός ὅταν, πηγαίνοντας σέ ἕνα κυνήγι, ἔγινε θεατής ἑνός θαύματος: εἶδε ἕνα περιστέρι νά φέρνει τροφή στόν ἐρημίτη Ἅγιο Σίο. Αὐτός ἀρχικά ἦταν ἀντίθετος στήν ἀπόφαση τοῦ Εὐάγριου, ἐπειδή ἦταν πολύ βιαστική. Ὁ Εὐάγριος ὅμως, ἐπέμενε καί τελικά ὁ Ἅγιος Σίος τοῦ παρήγγειλε νά ἐπιστρέψει σπίτι, νά τακτοποιήσει ὅλες τίς ὑποθέσεις του, νά ἀποχαιρετήσει τούς δικούς του καί ἔπειτα νά πάει στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Μτκβάρι καί νά βάλει μέσα στό νερό ἕνα μπαστούνι πού ὁ ἴδιος θά τοῦ ἐδώριζε.
Ἐάν ὁ ποταμός ἐστέγνωνε μπροστά στά μάτια τοῦ Εὐάγριου, αὐτό θά ἦταν ἕνα θεϊκό σημάδι γιά νά ξεκινήσει τόν μοναχικό βίο, διαφορετικά ὁ φιλόδοξος μοναχός θά ἔπρεπε νά ἐγκαταλείψει τόν σκοπό του. Ὁ Εὐάγριος ἔπραξε μέ αὐτόν τόν τρόπο καί, κατά τήν θεία βούληση, παρέμεινε μέ τόν Ἅγιο Σίο.
Ἔκτοτε ὁ ἀριθμός τῶν ἀσκητῶν γύρω τους ἄρχισε νά πολλαπλασιάζεται καί κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἐγεννήθηκε τό μοναστήρι. Ὁ Εὐάγριος μέ δικά του ἔξοδα ἀγόρασε γιά τήν ἀδελφότητα τό χωριό Σαλτέμπα μαζί μέ τά προσαρτημένα ἐδάφη.
Μετά ἀπό λίγο χρονικό διάστημα, ὁ Ἅγιος Σίος, μέ τήν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, ἀπομονώθηκε σέ σπήλαιο καί ὅρισε τόν Ὅσιο Εὐάγριο ἡγούμενο τῆς μοναστικῆς ἀδελφότητος.
Ἡ μνήμη τῶν Ὁσίων ἑορτάζεται καί στίς 4 Φεβρουαρίου, ὅπως καί στίς 9 Μαΐου.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.