Ὁ Ὅσιος Δημήτριος τοῦ Πριλούκ γεννήθηκε στήν περιοχή Περεγιασλάβ Ζαλέσκ τῆς Ρωσίας κατά τόν 14ο αἰῶνα μ.Χ. ἀπό οἰκογένεια πλούσια καί εὐσεβῆ. Ἀπό νεαρή ἡλικία ἐκάρη μοναχός καί ἵδρυσε μονή ἀφιερωμένη στόν Ἅγιο Νικόλαο.
Τό ἔτος 1354 ὁ Ἅγιος Δημήτριος συναντήθηκε μέ τόν Ἅγιο Σέργιο τοῦ Ραντονέζ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει στό Περεγιασλάβ γιά νά ἐπισκεφθεῖ τόν Μητροπολίτη Ἀθανάσιο. Ἀπό τότε οἱ δύο Ἅγιοι συνδέθηκαν διά φιλίας.
Ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου ἐξαπλώθηκε τόσο πολύ, ὥστε ὁ μέγας πρίγκιπας Δημήτριος Ἰωάννοβιτς τοῦ ζήτησε νά γίνει Πνευματικός Πατέρας τῶν τέκνων του.
Ὅμως ὁ Ἅγιος ἐπιθυμοῦσε τή μοναχική ἡσυχία. Ὑπό τήν ἐπίδραση τοῦ Ἁγίου Σεργίου ἀποσύρεται σέ ἀπομακρυσμένο τόπο καί ἐγκαθίσταται βόρεια μέ τόν μαθητή του Παχώμιο.
Στά δάση τῆς περιοχῆς Βολογκντά, κοντά στόν ποταμό Βελίκα, ἔκτισε τό ναό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί ἑτοιμαζόταν νά θέσει τά θεμέλια γιά τήν ἀνέγερση μονῆς. Ὅμως οἱ ντόπιοι, μέ τόν φόβο ὅτι τά χωράφια τῆς περιοχῆς θά γίνονταν μοναστηριακή περιουσία, ἀντέδρασαν καί ζήτησαν ἀπό τούς δύο μοναχούς νά ἀποχωρήσουν. Ἐκεῖνοι, χωρίς νά θέλουν νά ἐπιβαρύνουν κανένα μέ τήν παρουσία τους, μέ πικρία ἀπεχώρησαν.
Ὁ Ὅσιος Δημήτριος τότε συνέστησε τήν πρώτη κοινοβιακή μονή στό ρωσικό βορρά. Τό ἔτος 1372, μέ τήν πολύτιμη βοήθεια τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, ἀποπερατώθηκε ὁ ξύλινος καθεδρικός ναός τοῦ Σωτῆρος καί τό πρόσωπο τοῦ Ὁσίου ἄρχισε νά προσελκύει μαθητές καί μοναχούς ἀκόμη καί ἀπό τήν περιοχή τῆς γενέτειράς του.
Στή νέα μοναστική κοινότητα ὁ Ὅσιος συνδύαζε τήν προσευχή μέ τήν αὐστηρή ἄσκηση καί νηστεία, ἀλλά καί τήν φιλανθρωπία. Φρόντιζε γιά τό συσσίτιο τῶν πεινώντων, φιλοξενοῦσε ἀστέγους, βοηθοῦσε τούς πτωχούς, παρηγοροῦσε τούς θλιμμένους καί συμβούλευε πνευματικά ὅσους προσέτρεχαν καί ζητοῦσαν τόν Κύριο. Τίς δωρεές τῶν πιστῶν πρός τή μονή, τίς δεχόταν μέ διάκριση καί προσοχή καί τά διαχειριζόταν μέ τέτοιο τρόπο πού δέν προκαλοῦσε, ἀφοῦ πρόσεχε ἰδιαίτερα νά μήν καλλιεργεῖται στήν καρδιά τῶν μοναχῶν κοσμικό φρόνημα.
Ὁ Ἅγιος Θεός τόν προίκισε μέ τό χάρισμα τῆς διακρίσεως. Ἀφοῦ ἔζησε τό ὑπόλοιπο τοῦ βίου του θεοφιλῶς καί θεαρέστως, ὁ Ὅσιος Δημήτριος κοιμήθηκε σέ βαθύ γῆρας τό ἔτος 1392.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.