Ὁ Ὅσιος Δομετιανός ἔζησε κατά τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408 – 450 μ.Χ.). Οἱ γονεῖς του, Θεόδωρος καί Εὐδοκία, διακρίνονταν γιά τήν ἀρετή καί τόν πλοῦτο τους. Ὁ Δομετιανός ἔλαβε ἐκπαίδευση πού στηριζόταν στήν ἀρχαία ἑλληνική σοφία καί στήν Ἁγία Γραφή. Ἦταν ἔγγαμος, ὅμως γιά λίγο χρονικό διάστημα, ἐπειδή ἀπεβίωσε ἡ σύζυγός του. Ὕστερα ἀπό τό γεγονός αὐτό ἔστρεψε ὅλα τά ἐνδιαφέροντά του πρός τήν κατά Θεόν φιλοσοφία. Γιά τό λόγο αὐτό ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Μελιτηνῆς σέ ἡλικία τριάντα ἐτῶν.
Ὁ Ὅσιος Δομετιανός, ἀφοῦ συνδύασε τήν πολιτική σύνεση μέ τήν ἀσκητική ἀγωγή, δέν ἔγινε πρόξενος σωτηρίας μόνο στούς Χριστιανούς τῆς ἐπαρχίας του, ἀλλά καί γενικά σέ ὅλο τό Γένος τῶν Ἑλλήνων. Πολλές φορές ὁ βασιλεύς Μαυρίκιος τόν εἶχε στείλει στήν Περσία γιά τήν διευθέτηση διαφόρων ὑποθέσεων. Ἐκεῖ πέτυχε νά ἐπαναφέρει στόν θρόνο του τόν βασιλέα Χοσρόη, τόν ὁποῖον εἶχε ἐκθρονίσει, μέ ἐπανάσταση, κάποιος ὀνόματι Βαράμ. Ὕστερα ἀπό τήν ἐπιτυχία αὐτή τοῦ Δομετιανοῦ, ὁ Χοσρόης ἔγινε ὑποτελής στούς Βυζαντινούς καί πλήρωνε χρήματα στό Βυζάντιο.
Μετά τά γεγονότα αὐτά οἱ βασιλεῖς τόν βοήθησαν στήν ἀνοικοδόμηση Ἐκκλησιῶν καί φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων.
Ὁ Θεός τόν ἀξίωσε τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας. Ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 602 μ.Χ. στήν Κωνσταντινούπολη καί ἐνταφιάσθηκε μέ τιμές ἀπό τόν Πατριάρχη Κυριακό στό ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Λέγεται, ὅτι λίγο καιρό μετά, τό ἱερό λείψανο αὐτοῦ ἀνεκομίσθη στή Μελιτηνή καί ἔκανε πολλά θαύματα.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς καθαρός καί φωτισμοῦ θείου πλήρης, τήν τοῦ ποιμαίνειν ἐπιστεύθης φροντίδα, τούς ἄρνας Πάτερ Ὅσιε Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ· ὅθεν δι’ ἀσκήσεως, καί ποικίλων θαυμάτων, τῆς ἱεραρχίας σου, τήν χλαμύδα κοσμήσας, τῆς Ἐκκλησίας Δομετιανέ, ὤφθης κοσμήτωρ, αὐτῆς προϊστάμενος.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γεγενημένος δοχεῖον, ἐν τῷ ὕψει ἔλαμψας, τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· χάριτι, ἱερωσύνης γάρ διαπρέπων, ἅπασι, δι’ ἀρετήν αἰδέσιμος ὤφθης, Δομετιανέ τρισμάκαρ, Ἀρχιερέων τό ἐγκαλλώπισμα.
Μεγαλυνάριον.
Ἔλαμψας ὡς ἄστρον περιφανές, ταῖς τῶν πανολβίων, ἀρετῶν σου μαρμαρυγαῖς, καί τήν Ἐκκλησίαν, ἀειφανῶς πυρσεύεις, ὦ Δομετιανέ σε, ἀεί γεραίρουσαν.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.