Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Ἀθωνίτης καταγόταν ἀπό τήν πόλη Τάω τῆς Ἰβηρίας καί ἔζησε κατά τό β’ ἥμισυ τοῦ 10ου καί τίς ἀρχές τοῦ 11ου αἰῶνος μ.Χ. Ἀπό νεαρή ἡλικία κατέφυγε μέ τόν πατέρα του Ἰωάννη στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου κατετάγησαν στήν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.
Ἐπειδή ὁ χῶρος πού παραχωρήθηκε σέ αὐτούς ἦταν ἀνεπαρκής, ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ἀποφάσισε τήν ἵδρυση ἀνεξάρτητης μονῆς ὑποκείμενης στήν ἄμεση προστασία τῶν Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων. Στήν ἀνέγερση τῆς μονῆς αὐτῆς «τοῦ Κλήμεντος» πού ὀνομάσθηκε μονή τῶν Ἰβήρων ἀπό τόν τόπο καταγωγῆς τῶν κτητόρων, συνετέλεσε τά μέγιστα ὁ Ἴβηρας μοναχός Ἰωάννης Τορνίκιος, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἀπεκδύθηκε τό μοναχικό σχῆμα καί ἐτέθη ἐπικεφαλῆς δώδεκα χιλιάδων ἀνδρῶν, συμπολέμησε μέ τόν Βάρδα Φωκᾶ καί κατατρόπωσε τόν στρατηγό Βάρδα Σκληρό, πού στασίασε κατά τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλείου τοῦ Β’. Αὐτός μετά τήν νίκη τῆς Παγκαλείας, ἀφοῦ ἐνδύθηκε καί πάλι τό μοναχικό σχῆμα, μέ αὐτοκρατορική χορηγία καί χρυσόβουλο τοῦ 980 μ.Χ., μέ τήν βοήθεια δέ καί τοῦ κτήτορα τῆς Λαύρας Ὁσίου Ἀθανασίου, συνέβαλε ὥστε κατά τό 985 μ.Χ. ἡ μονή νά εἶναι ἕτοιμη.
Ὅταν πέθανε ὁ Ὅσιος Ἰωάννης, ἡγούμενος τῆς μονῆς ἐξελέγη ὁ υἱός του Ὅσιος Εὐθύμιος. Ὁ νεός ἡγούμενος μέ τήν θεάρεστη πολιτεία καί τήν ἀσκητική βιοτή του συνέβαλε στήν πνευματική καλλιέργεια τῶν ἀδελφῶν καί κατέστη περίφημος γιά τίς ἀρετές του, ἕνεκα τῶν ὁποίων καί εἶχε προικισθεῖ ἀπό τόν Θεό μέ τή θαυματουργική χάρη. Παραιτήθηκε ἀπό τήν θέση τοῦ ἡγουμένου τό 1012, γιά νά εἶναι ἀπερίσπαστος στή μετάφραση ἐκκλησιαστικῶν ἔργων καί στήν πρωτότυπη συγγραφή. Χάρη στό κλασσικό καί λαμπρό ὕφος του, ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος εἶναι πλέον ἀναγνωρισμένος συγγραφέας τοῦ Ἰβηρικοῦ μεσαίωνα.
Τό 1028, ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος μετέβη στήν Κωνσταντινούπολη γιά ἁγιορείτικες ὑποθέσεις, ἀλλά πέθανε ἀφοῦ ἔπεσε ἀπό ἡμίονο πού τόν μετέφερε. Κατά τόν ἐνταφιασμό τοῦ ἱεροῦ λειψάνου του ἐπιτελέσθηκαν πολλά θαύματα σέ ἔνδειξη τῆς ἁγιότητάς του. Ἀργότερα τό τίμιο λείψανο τοῦ Ὁσίου ἀνακομίσθηκε καί μεταφέρθηκε στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου κατατέθηκε στό ναό τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, πού εἶχε ἀνοικοδομήσει ὁ ἴδιος.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.