Ὁ Ὅσιος Εὐσέβιος ἔζησε κατά τόν 5ο αἰῶνα μ.Χ. Ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό ἀκολούθησε τήν ὁδό τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀρχικά πῆγε σέ κάποιο μοναστήρι καί ἐκάρη μοναχός. Ἔπειτα ἀποσύρθηκε στή ράχη ἑνός βουνοῦ κοντά στήν πόλη Ἀσιχᾶ, ὅπου ἀσκήτεψε. Ἐκεῖ περιέφραξε μέ πέτρες ἕνα μέρος χωρίς σκεπή καί πέρασε τόν βίο του μέ νηστεία καί σωματικές ταλαιπωρίες, ὥστε κατέπεσαν οἱ σάρκες του καί ἔμειναν μόνο τά ὀστά.
Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του ὁδήγησε πολλούς ἀνθρώπους στόν Ὅσιο, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν τήν εὐχή καί τήν εὐλογία του. Γιά νά ἀποφύγει τόν θόρυβο καί νά διατηρήσει τήν ἡσυχία στόν πνευματικό του ἀγῶνα, ἔφυγε ἀπό τόν τόπο αὐτό καί μετοίκησε σέ μονή πού βρισκόταν ἐκεῖ κοντά. Καί στόν νέο τόπο τῆς ἀσκήσεώς του ζοῦσε μέ προσευχή καί αὐστηρή ἄσκηση. Ἔτσι ὁ Ὅσιος Εὐσέβιος ἀφοῦ ἔζησε θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη σέ ἡλικία 90 ἐτῶν.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.