Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης (Βαρασβατσέ) καταγόταν ἀπό τήν Ἰβηρία καί ἔζησε τόν 10ο αἰώνα μ.Χ. Ἦταν σύμβουλος τοῦ διοικητῆ τῆς Ἰβηρίας Δαβίδ τοῦ Κουροπαλάτου, τοπάρχης τῆς Ἰβηρικῆς Μεσχίας καί τιτλοῦχος τοῦ Βυζαντίου. Ἀπογοητευμένος ἀπό τά ἐγκόσμια ἀποσύρθηκε, γιά νά μονάσει στόν Ὄλυμπο τῆς Μυσίας, ἀργότερα δέ, ἀφοῦ παρέλαβε ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη τόν νεαρό υἱό του, Εὐθύμιο, πού εἶχε παραδοθεῖ ἀπό τόν ἡγεμόνα τῆς Ἰβηρίας Δαβίδ ὡς ὅμηρος, πῆγε στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἀσκήτευε στήν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου μαζί μέ μερικούς μαθητές. Κοιμήθηκε μέ εἰρήνη μεταξύ τῶν ἐτῶν 998 – 1003.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.