Ηταν Βούλγαρος στήν καταγωγή καί γεννήθηκε στό χωριό Σκρίνο, κοντά στήν Σόφια (Βουλγαρίας), ἐπί βασιλείας Πέτρου τοῦ Βούλγαρου.
Ἔχοντας μοναχική κλίση, πῆγε πρῶτα σέ κάποια Μονή καί κατόπιν ἀνέβηκε στό ὄρος Ῥίλα. Ἐκεῖ ἔκτισε πρῶτα μικρή καλύβα, πού μέ τό χρόνο ἔγινε καταφύγιο πολλῶν μοναχῶν.
Ὁπότε ἔκτισε τήν Μονή τοῦ Ῥίλα, στήν ὁποία ἀσκητικά ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Φερωνύμως χαρίτων τοῦ θείου Πνεύματος, τῇ ἰσαγγέλῳ ζωῇ σου ἀνακαθάρας τόν νοῦν, εἰσεδέξω δαψιλῶς τόν πλοῦτον Ὅσιε, καί θαυμάτων αὐτουργός, ἀνεδείχθης ἀληθῶς, Πατήρ ἡμῶν Ἰωάννη, καθικετεύων ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν τῷ Ῥίλᾳ ἄγγελος Πάτερ ὡράθης, καί Μονήν ἀνήγειρας, ὦ Ἰωάννη τῷ Χριστῷ, ἔνθα τό θεῖόν σου λείψανον, καθαγιάζει τούς πίστει προστρέχοντας.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.