Ὁ Ὅσιος καί Θεοφόρος Μακάριος ἔζησε κατά τούς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Μεγάλου Κωνσταντίνου (324 – 337 μ.Χ.), Θεοδοσίου (379 – 395 μ.Χ.) καί Ἀρκαδίου (395 – 408 μ.Χ.). Ἦταν ὁ πρῶτος (κατά πᾶσα πιθανότητα) Ἐπίσκοπος Ἱερισσοῦ τῆς Χαλκιδικῆς καί θεωρεῖται κτήτορας τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τῆς μονῆς Κωνσταμονίτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Κατά τά πρῶτα χρόνια τῆς ἐπισκοπικῆς του διακονίας, συναντήθηκε μέ τόν Μέγα Κωνσταντἰνο, ὁ ὁποῖος ἐπιζητοῦσε νά κτίσει τή Νέα Ρώμη κοντά στόν Ἀκάνθιο ἰσθμό, πού κεῖται κοντά στήν Ἱερισσό καί τό Ἅγιον Ὄρος. Μέ τήν σοφία τῶν λόγων του ἔπεισε τόν βασιλέα νά μήν προχωρήσει στήν ὑλοποίηση τῶν σχεδίων του καί ἔτσι διέσωσε τό φιλήσυχο τῆς περιοχῆς καί μάλιστα τό Ἅγιον Ὄρος.
Ἐπί Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου ὁ Ἅγιος καταδιώχθηκε καί κατέφυγε στόν Ἄθωνα. Θεωρεῖται δέ δεύτερος κτήτορας τῆς μονῆς Κωνσταμονίτου.
Ὁ Ὅσιος Μακάριος κοιμήθηκε ὁσίως μέ εἰρήνη ἐπί τῆς βασιλείας τοῦ Ἀρκαδίου (395 – 408 μ.Χ).
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.