Ὁ Ὅσιος καί Θεοφόρος Πατέρας μας Παΐσιος καταγόταν ἀπό τήν Αἴγυπτο, ἀπό γονεῖς εὔπορους, ἐνάρετους καί εὐσεβεῖς Χριστιανούς καί ἄκμασε κατά τό β’ ἥμισυ τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ. Μετά τό θάνατο τοῦ πατρός του, νέος ἀκόμη στήν ἡλικία, ὑπό θείου ζήλου κινούμενος, ἐγκατέλειψε τόν κόσμο καί κατέφυγε στήν ἔρημο, ὅπου ἔγινε μαθητής τοῦ περιώνυμου ἐρημίτου ἀσκητοῦ Παμβώ († 18 Ἰουλίου), ὑπό τήν πνευματική καθοδήγηση τοῦ ὁποίου προέκοψε σέ ὅλες τίς ἀρετές καί τή βαθιά γνώση τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Μετά τό θάνατο τοῦ διδασκάλου του, έπιθυμῶν πλέον ἥσυχη καί ἐρημική ζωή, γιά αὐστηρότερη ἄσκηση, κατέφυγε στό ἐσωτερικό τῆς ἐρήμου, ὅπου ἐγνωρίσθηκε καί συνδέθηκε διά στενοτάτης φιλίας μετά τοῦ ἐπίσης μεγάλου ἀσκητοῦ Ὁσίου Παύλου († 15 Ἰανουαρίου). Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητός του ἄρχισε ταχέως νά διαδίδεται, πολλοί δέ πιστοί προσέτρεχαν πρός αὐτόν, ἐξαιτοῦντες τήν εὐλογία καί τούς σοφούς παρηγορητικούς λόγους του. Γι’ αὐτό καί ὀνομάσθηκε Μέγας. Γέροντας πλέον, μετά ἀπό παρακκλήσεις πολλῶν ἀδελφῶν, ἐγκατέλειψε τήν ἔρημο καί ἐγκατασταθείς πλησίον κατοικημένων τόπων ἐδίδασκε καί ἐνουθετοῦσε τά πρός αὐτόν προσερχόμενα πλήθη τῶν πιστῶν.
Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη σέ βαθύτατο γήρας καί ἐνταφιάσθηκε στήν ἔρημο. Μετά ὀλίγα ἔτη, τά ἱερά αὐτοῦ λείψανα, ἀνακομισθέντα, μεταφέρθησαν στήν Πισιδία καί κατετέθησαν στήν ἐκεῖ εὑρισκόμενη μονή.
Τό Βίο τοῦ Ὁσίου Παϊσίου συνέγραψε ὁ συνασκητής του Ὅσιος Ἰωάννης ὀ Κολοβός († 9 Νοεμβρίου), τήν δέ Ἀκολουθία του ἐξεπόνησε ὁ Χριστόφορος Προδρομίτης.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν Μοναστῶν κορωνίς, ὁ ἄσαρκος ἄνθρωπος, τῶν οὐρανῶν οἰκιστής, ὁ θεῖος Παΐσιος, χαίρει τῇ αὐτοῦ μνήμῃ, σύν ἡμῖν ἑορτάζων, νέμει τοῖς κοπιῶσι, δι’ αὐτόν θείαν χάριν· διό ἐν προθυμίᾳ πολλῇ, τοῦτον τιμήσωμεν.
Κοντάκια. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς τῆς ἐρήμου πολιοῦχον καί κοσμήτορα
Καί τῶν Ὁσίων ἐγκαλλώπισμα καί σέμνωμα
Μακαρίζομέν σε πάντες, Θεοῦ θεράπον·
Σύ γάρ ὤφθης ἐκ παιδός ὅλος θεόληπτος
Καί προσφόρως τῇ σῇ κλήσει πεπολίτευσαι.
Διό κράζομεν, χαίροις Πάτερ Παΐσιε.
Μεγαλυνάριον.
Τῷ Χριστῷ ἐκ βρέφους ἀνατεθείς, ηὔξησαι εἰς μέτρον, ἡλικίας πνευματικῆς, καί τῶν ἐν ἐρήμῳ, στῦλος φωτός ἐφάνης, Παΐσιε παμμάκαρ, Αἰγύπτου βλάστημα.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.