Ὁ Ὅσιος Παρθένιος καταγόταν ἀπό κάποια κωμόπολη τῆς Βιθυνίας καί ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (324 – 337 μ.Χ.). Ἦταν υἱός τοῦ διακόνου τῆς Ἐκκλησίας Μελιτοπόλεως Χριστοφόρου, ἀπό τόν ὁποῖο διδάχθηκε τήν Ὀρθόδοξη Πίστη.
Ὁ Ἅγιος ἀπό τήν παιδική του ἡλικία προέκοπτε στήν ἀρετή καί τήν εὐσέβεια. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὁ Κύριος ἁλίευσε τούς Ἀποστόλους, πού ἦταν ψαράδες, τόν ἔκανε νά ἀγαπήσει τήν ἁλιεία. Καί ὅταν ἔριχνε τά δίχτυα στήν Ἀπολλωνιάδα λίμνη ἢ τά ἀνέσυρε γεμάτα ψάρια, αἰσθανόταν ὅτι ἐργαζόταν σέ ἕνα ἀπό τά πλοιάρια τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ἢ τοῦ Ἰωάννου.
Τά χρήματα πού εἰσέπραττε ἀπό τήν πώληση τῶν ψαριῶν δέν τά κρατοῦσε γιά τόν ἑαυτό του ἀλλά τά μοίραζε στούς πτωχούς ἀπό ἀγάπη πρός αὐτούς. Γι’ αὐτό καί ὅταν τόν εὐχαριστοῦσαν ἐκεῖνος ἔλεγε: «Διατί μέ εὐχαριστεῖτε; Δέν ἔχω καμία τέτοια ἀξίωση. Μήπως εἴμαστε ξένοι; Ἐμεῖς εἴμαστε ἀδελφοί. Τί δέ ἁπλούστερο καί φυσικότερο ἀπό τό νά βοηθᾶ ἀδελφός τούς ἀδελφούς;».
Γιά τήν ἐνάρετη αὐτοῦ παρουσία ὁ Ἐπίσκοπος Μελιτοπόλεως Φίλιππος (ἡ Φιλητός) τόν χειροτόνησε Πρεσβύτερο. Ἀργότερα ὁ Ἐπίσκοπος Κυζίκου Ἀχίλλιος (ἢ Ἀσχόλιος) τόν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Λαμψάκου.
Ἡ ἀρετή καί ἡ εὐσέβεια πού ἔκρυβε στήν ψυχή του ἦταν τόσο πολύ μεγάλη, ὥστε ὁ Θεός τόν προίκισε μέ τό χάρισμα τῆς θαυματουργίας, γιά νά μπορεῖ νά ἐκδιώκει τούς δαίμονες ἀπό τούς ἀνθρώπους καί νά θεραπεύει κάθε εἴδους ἀσθένεια. Γι’ αὐτό προσφεύγουν σέ αὐτόν ἰδιαίτερα οἱ πάσχοντες ἀπό τήν ἐπάρατη νόσο τοῦ καρκίνου. Ὁ Ἅγιος ἦταν ὁ πρᾶος, ὁ ὑπομονετικός, ὁ φιλόξενος, ὁ μακρόθυμος, ὁ ἄγγελος τῆς ὁμόνοιας, ὁ ἐνθαρρύνων τούς μετανοοῦντες, ὁ πρόθυμος γιά τό ποίμνιό του.
Ὁ Ὅσιος Παρθένιος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη. Τμῆμα τῆς τιμίας κάρας αὐτοῦ φυλάσσεται στήν ἱερά μονή Μακρυμάλλη, τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Χαλκίδος.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Τῷ μύρῳ τοῦ Πνεύματος, ποιμήν Λαμψάκου ὀφθείς, τήν θείαν ἐνέργειαν, παρά Θεοῦ δαψιλῶς, θαυμάτων ἐπλούτησας, δαίμονας ἀπελαύνειν, ἀσθενοῦντας ἰᾶσθαι, νόσους ἀποδιώκειν, καί πληροῦν τάς αἰτήσεις, Παρθένιε Ἱεράρχα, τῶν προσιόντων σοι.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῶν θαυμάτων εἴληφας, τήν θείαν χάριν θεόφρον, ἱερέ Παρθένιε, θαυματουργέ θεοφόρε, ἅπαντα, πιστῶν τά πάθη ἀποκαθαίρων, πνεύματα τῆς πονηρίας Πάτερ ἐλαύνων· διά τοῦτό σε ὑμνοῦμεν, ὡς μέγαν μύστην Θεοῦ τῆς χάριτος.
Μεγαλυνάριον.
Τήν πηγήν τῆς χάριτος ἐκπιών, πέλαγος θαυμάτων ἀναβλύζεις ὑπερφυῶν, καί καταπιαίνεις, Χριστοῦ τήν Ἐκκλησίαν, ῥοαῖς ταῖς ζωηρρύτοις, Πάτερ Παρθένιε.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.