Ὁ Ὅσιος Πέτρος, ἔζησε στὰ χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Κωνσταντίνου καὶ Εἰρήνης (780). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Κωνσταντῖνος καὶ ἦταν Πατρίκιος καὶ στρατηγὸς τοῦ βασιλιά.
Ἔτσι ὁ Πέτρος εἶχε τὴν εὐχέρεια καὶ σπούδασε φιλοσοφία καὶ ἄλλες ἐπιστῆμες, στὶς καλύτερες σχολές. Ἔπειτα παντρεύτηκε, καὶ μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πατέρα του, ἔγινε Δομέστικος τῶν σχολῶν καὶ Πατρίκιος. Τότε βασιλιάς, ἦταν ὁ Νικηφόρος Α’.
Σὲ κάποια ὅμως ἀποτυχημένη ἐκστρατεία κατὰ τῶν Βουλγάρων, ὁ Πέτρος μαζὶ μὲ ἄλλους 50 ἄρχοντες συνελήφθη. Κατόπιν λέγεται, ὅτι τοῦ παρουσιάστηκε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, τὸν ἐλευθέρωσε καὶ τὸν συνόδεψε μέχρι τὴν πατρίδα του. Ἀλλὰ ὁ Πέτρος καταφρόνησε τὰ τοῦ κόσμου, ἀνέβηκε στὸν Ὄλυμπο καὶ ἔγινε μοναχὸς κοντὰ στὸν Ὅσιο Ἰωαννίκιο. Μετὰ 34 χρόνια, ὅταν ἀπεβίωσε ὁ ἅγιος γέροντάς του, ἐπανῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη (847).
Ἐκεῖ, κοντὰ στὸ Ναὸ τοῦ Εὐάνδρου ποὺ εἶχε κτίσει ὁ ἴδιος, ἔκανε μία μικρὴ καλύβα. Μέσα σ’ αὐτὴν τὴν καλύβα, ἔζησε ὀκτὼ χρόνια ἀσκητικὰ καὶ θεάρεστα.
Πέθανε εἰρηνικὰ τὸ ἔτος 854.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.