Ελαμψε μέ τήν πνευματική του σύνεση, τήν ταπεινοφροσύνη, τήν φιλαδελφία καί τό ἐνδιαφέρον του στό νά ἐπιστρέψει καί ἕναν μόνο ἁμαρτωλό.
Μεταξύ τῶν ἀσκητῶν ἀναδείχτηκε ὀνομαστός καί μέγας, ἀθλητής τῆς πρώτης γραμμῆς, τύπος ἐγκράτειας, ἀλλά καί ψυχή πού προσευχόταν γιά δικαίους καί ἀδίκους, πλούσιους καί φτωχούς, ἄρχοντες καί ἰδιῶτες, κληρικούς καί λαϊκούς καί γενικά γιά ὅλο τόν κόσμο. Στήν γῆ ἦταν, ἀλλά ἡ ζωή του ἦταν οὐράνια. Ὑψωμένος πάνω ἀπό τή σάρκα, πού χαλιναγωγοῦσε τέλεια μέ τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τήν θεία κοινωνία τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ μνήμη του μένει ὑπόδειγμα σέ ὅσους θέλουν τήν ἀσκητική ζωή, γιά νά εἶναι γνήσιοι καί πραγματικοί ἀσκητές, ὄχι μόνο μέ τήν ἀντοχή τοῦ σώματος, ἀλλά καί μέ τήν πνευματική ἀναγέννηση καί τή λάμψη τῆς ἀρετῆς.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλάγιος α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Ἐκ παιδός γεωργήσας ζωήν τήν κρείττονα, τῶν κατ’ αὐτῆς ἐνεπλήσθης θεουργικῶν ἀγαθῶν, τῶν Ἀγγέλων μιμητά Σισώη Ὅσιε· ὅθεν ὡς ἥλιος λαμπρός, ἀπαυγάζεις τηλαυγῶς, ἐν ὥρᾳ τῆς σῆς ἐξόδου, δηλοποιῶν τήν σήν δόξαν, καί καταλάμπων τάς ψυχάς ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν ἀσκήσει ἄγγελος ἐν γῇ ὡράσθης, καταυγάζων Ὅσιε, τάς διανοίας τῶν πιστῶν, θεοσημείαις ἑκάστοτε· ὅθεν σε πάντες, Σισώη γεραίρομεν.
Μεγαλυνάριον.
Νέκρωσιν Σισώη ζωοποιόν, παθῶν τῇ ἐκδύσει, ἐνδυσάμενος ὁλικῶς, νεκρούς ὡς ἐξ ὕπνου, τῷ ἱερῷ σου λόγῳ, ἐξήγειρας νεκρώσας, τόν παναλάστορα.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.