Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος καταγόταν ἀπό τήν Κορώνη τῆς Πελοποννήσου καί γεννήθηκε ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί εὔπορους κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ρωμανοῦ Β’ (919 – 948 μ.Χ.). Ἀπό τόν μεγάλο του ζῆλο πρός τά θεία καί τήν ἀρετή του, χειροθετήθηκε ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Κορώνης ἀναγνώστης. Μετά τόν θάνατο τῶν γονέων του μετέβη στό Ναύπλιο, ὅπου νυμφεύθηκε μέ κάποια σεμνή καί ἐνάρετη νέα καί ἀπέκτησε δύο τέκνα. Κατά τήν διάρκεια τοῦ ἔγγαμου βίου του ἐξακολούθησε νά ζεῖ ἀσκητικά καί νά αὐξάνει πνευματικά, βοηθούμενος καί ἀπό τήν ἐνάρετη σύζυγό του. Ὁ Ἐπίσκοπος Ἄργους Θεόδωρος, ἐκτιμώντας τίς μεγάλες ἀρετές τοῦ Θεοδώρου, τόν χειροτόνησε διάκονο. Τόν εὐτυχή καί θεοσεβή βίο του συντάραξε ὁ ξαφνικός θάνατος τῆς συζύγου καί τῶν τέκνων του.
Αὐτό τόν ὁδήγησε ἀκόμη πιό κοντά στόν Θεό. Ἔτσι, ἀφοῦ μετέβη στή Ρώμη, γιά νά ἐπισκεφθεῖ τούς τόπους ἀθλήσεως τῶν Μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ, ἐπανῆλθε στήν Πελοπόννησο καί ἐγκαταστάθηκε στή Μονεμβασιά. Ἐκεῖ ἐπιδόθηκε μέ ζῆλο στό κήρυγμα τοῦ θείου λόγου, διαφωτίζοντας τόν λαό καί στερεώνοντας τήν πίστη του. Ἀργότερα μετέβη στή νῆσο τῶν Κυθήρων καί ἐγκαταστάθηκε σέ ἡμιερειπωμένο ναό τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Σεργίου καί Βάκχου. Ἀμέσως ἐπιδόθηκε στό ἔργο τῆς ἀνυψώσεως τοῦ ἠθικοῦ τοῦ καταπτοημένου λαοῦ ἀπό τίς βαρβαρικές ἐπιδρομές καί τῆς ἐπαναφορᾶς τῆς ψυχικῆς του γαλήνης. Τό θεάρεστο αὐτό ἔργο συνέχισε μέχρι τό τέλος τοῦ βίου του.
Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη. Προικισμένος ἀπό τόν Θεό μέ τό χάρισμα τῆς θαυματουργίας, ἐπιτέλεσε πολλά θαύματα σέ ἐκείνους πού προσκυνοῦσαν μέ εὐλάβεια τό τίμιο λείψανό του.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.