Ὁ Προφήτης Ζαχαρίας εἶναι ὁ ἑνδέκατος ἀπό τούς ὀνομαζόμενους Μικρούς Προφῆτες. Καταγόταν ἀπό τό γένος τοῦ Ἰσραήλ καί τή φυλή τοῦ Λευΐ. Γεννήθηκε στήν πόλη Γαλαάδ τῆς Παλαιστίνης κατά τήν περίοδο τῆς βαβυλώνιας αἰχμαλωσίας καί τό ὄνομά του σημαίνει, στήν ἑλληνική γλῶσσα, μνήμη Θεοῦ, ἐκεῖνον δηλαδή τόν ὁποῖο ὁ Θεός ἐνθυμεῖται. Ἦταν υἱός τοῦ Βαραχίου. Ὁ παππούς του Ἀδδώ ἦταν πιθανῶς ἀρχηγός ἱερατικῆς οἰκογένειας.
Ὁ Προφήτης Ζαχαρίας ἄρχισε νά προφητεύει κατά τό δεύτερο ἔτος τοῦ Δαρείου τοῦ Ὑστάσπους, κατά μῆνα Νοέμβριο τοῦ ἔτους 520 π.Χ. Γιά νά ἐνθαρρύνει τούς Ἰουδαίους στό ἔργο τῆς ἀνοικοδομήσεως τοῦ ναοῦ τούς προσφέρει τίς προφητεῖες του, μέ τίς ὁποῖες προτρέπει καί παρηγορεῖ, δείχνοντας τό λαμπρό μέλλον, τό ὁποῖο ἐπιφυλάσσεται στόν Ἰσραήλ, συνδυάζοντας αὐτό μέ τήν ἐποχή τοῦ Μεσσία.
Στό βιβλίο του ἀναφέρονται, ἐπίσης, οἱ προφητεῖες περί τῆς ἀργίας τῶν Προφητῶν, τῶν ἱερέων καί τῶν Σαββάτων, περί τῆς ἐπιστροφῆς τῶν ἐθνῶν, περί τῆς καταστροφῆς τοῦ ναοῦ, περί τῆς μελλούσης κρίσεως καί τοῦ θριάμβου τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ κατά τήν ἡμέρα τοῦ Κυρίου.
Ὁ Προφήτης Ζαχαρίας κοιμήθηκε σέ βαθύ γῆρας καί ἐνταφιάσθηκε κοντά στόν τάφο τοῦ Προφήτη Ἀγγαίου. Ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379 – 395 μ.Χ.) ἔκτισε ναό ἀφιερωμένο στόν Προφήτη Ζαχαρία στή μονή τῆς Ἁγίας Δομνίκης Κωνσταντινουπόλεως. Ναός, ἐπίσης, τοῦ Προφήτου ὑπῆρχε στό βουνό τοῦ Αὐξεντίου, σέ τόπο ὅπου καλεῖτο «Θέατρο».
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Τήν κλῆσιν κατάλληλον, δείξας τοῖς ἔργοις σοφέ, ταμεῖον ἐπάξιον, τῆς ἐπιπνοίας Θεοῦ, Ζαχαρία γεγένησαι· ἔχων γάρ ἐν τῷ βίῳ, συλλαλοῦντας Ἀγγέλους, ὤφθης τῶν ἐσομένων, θεηγόρος Προφήτης. Καί νῦν ἡμῶν τάς αἰτήσεις, ἄνωθεν πλήρωσον.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐμπνευσθείς τοῦ Πνεύματος τῇ ἐπιλάμψει, Ζαχαρία ἔνδοξε, τρανῶς προέγραψας ἡμῖν, ὥσπερ λαμπάδα πολύφωτον, τήν τοῦ Σωτῆρος, ἀπόρρητον κένωσιν.
Μεγαλυνάριον.
Χάριτος ἀΰλου ἐμφορηθείς, ὤφθης τῶν μελλόντων, θεηγόρος προμηνυτής· σύ γάρ Ζαχαρία, συμβολικῶς προλέγεις, τήν πρός ἡμᾶς τοῦ Λόγου, ἄρρητον κένωσιν.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.