Στοιχεῖα γιά τήν ζωή του παίρνουμε ἀπό τό βιβλίο «Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης» τοῦ Ἐπισκ. Ἀλεξάνδρου Σεμενώφ – Τιᾶν – Σάνσκυ, πού τό μετέφρασε ὁ Ἀρχιμ. Τιμόθεος Καθηγούμενος τῆς Ι. Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ καί τό ἐξέδωσε ἡ ἴδια ἡ Μονή.
Αὐτός ὁ Ἅγιος Ἰωάννης λοιπόν, γεννήθηκε στίς 18 Ὀκτωβρίου τοῦ 1829 στό χωριό Σούρα τοῦ νομοῦ Ἀρχάγγελκ καί τό πρῶτο του ὄνομα ἦταν Ἰβᾶν Ἤλιτς Σέργιεφ. Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Ἠλίας Μιχαήλοβιτς Σέργιεφ καί ἦταν ἱεροψάλτης, ἡ δέ μητέρα του Θεοδώρα Βλάσιεθνα.
Στήν ἀρχή τά γράμματα τά ἔπαιρνε δύσκολα, ἀλλά κατόπιν προχώρησε καί μέ κρατική ὑποτροφία. Τό 1851, μπῆκε στή Θεολογική Ἀκαδημία τῆς Πετρούπολης. Μετά τήν ἀποφοίτησή του ἀπό τήν Σχολή, παντρεύτηκε τήν Ἐλισάβετ Κωνσταντίνοβα καί τοῦ πρότειναν νά ἀναλάβει θέση ἱερέα στόν καθεδρικό ναό τῆς Κρονστάνδης ἀφιερωμένο στόν Ἅγιο Ἀνδρέα τόν Πρωτόκλητο.
Στίς 11 Νοεμβρίου 1855 ἔγινε ἡ χειροτονία του σέ διάκονο καί τήν ἑπομένη σέ πρεσβύτερο. Χειροτονήθηκε στήν Πετρούπολη ἀπό τόν ἐπίσκοπο Βιννίσκυ Χριστόφορο στό ναό τῶν Ἁγίων Πέτρου καί Παύλου. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα ἀρχίζει μία τέτοια πνευματική ἀνοδική πορεία, πού εἶναι ἀδύνατο νά περιγράψει κανείς μέσα σέ λίγες γραμμές. Ὑπῆρξε φωτεινό παράδειγμα λειτουργοῦ ἱερέως, ἄριστος ποιμένας ἀφοῦ ἵδρυσε πολλά εὐαγή ἱδρύματα καί ἔδωσε ὅλο του τόν ἑαυτό στήν βοήθεια τῶν συνανθρώπων του.
Ἐπίσης συνέγραψε πολύ πνευματικά ἔργα καί ὁ Θεός τοῦ εἶχε δωρίσει τό χάρισμα νά θαυματουργεῖ διά τῶν θερμῶν του προσευχῶν. Πέθανε στίς 7.40 τό πρωί τῆς 20ης Δεκεμβρίου τοῦ 1908 σέ ἡλικία 80 χρονῶν, ἀφήνοντας πίσω του ἕνα τεράστιο πνευματικό ἀλλά καί ὑλικό ἔργο γιά τό ποίμνιό του.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.