Ὁἱ Ἅγιοι Μοντανός ὁ Ἱερομάρτυρας καί Μαξίμη ἡ σύζυγός του, μαρτύρησαν τό ἔτος 304 μ.Χ. ἐπί αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ.
Ὅταν ἄρχισε ὁ διωγμός κατά τῶν Χριστιανῶν, ὁ πρεσβύτερος Μοντανός ἀναχώρησε ἀπό τό Σιντζινδοῦνο μέ προορισμό τό Σίρμιον. Ἐκεῖ τόν συνέλαβαν καί τόν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνα τῆς Κάτω Παννονίας Πρόβου. Ἐκεῖνος τότε ἔδωσε ἐντολή νά θυσιάσει ὁ Ἅγιος Μοντανός στά εἴδωλα. Ὁ ἱερεύς, ὅμως, τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, τοῦ εἶπε: «Κάνε ὅ,τι θέλεις καί θά δεῖς τί ὑπομονή θά μοῦ χαρίσει ὁ Κύριος καί Θεός μου». Βλέποντας ὁ ἡγεμόνας τήν σταθερότητα τοῦ Μοντανοῦ καί τῆς Μαξίμης ἔδωσε ἐντολή νά ριχθοῦν στόν ποταμό Σαῦο. Οἱ δήμιοι ἔδεσαν στόν λαιμό καί τῶν δύο Ἁγίων ἀπό μία πέτρα καί ἑτοιμάζονταν νά τούς ρίξουν μέσα στό νερό. Τότε ὁ ἱερεύς Μοντανός ζήτησε νά τοῦ ἐπιτρέψουν νά προσευχηθεῖ γιά λίγο στόν Θεό. Ὕψωσε τά χέρια του στόν οὐρανό καί ζήτησε ἀπό τόν Κύριο καί Θεό του νά δεχθεῖ τίς ψυχές τους καί νά προστατεύει τόν λαό Του.
Ἔτσι μαρτύρησαν οἱ μακάριοι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ Μοντανός καί Μαξίμη. Τά ἱερά λείψανά τους τά παρέλαβαν οἱ Χριστιανοί ἀπό τίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ καί τά ἐνταφίασαν μέ τιμή καί εὐλάβεια.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.