Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Παναγιώτης μαρτύρησε στήν Ἱερουσαλήμ ὁμολογώντας τόν Χριστό, σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τοῦ Ἄγγλου Ἱεραποστόλου Ἰωσήφ Wolff, πού διασώζεται σέ ἐπιστολή αὐτοῦ τῆς 2ας Ἀπριλίου 1839.
Ὁ Νεομάρτυς Παναγιώτης ὑπηρετοῦσε κοντά σέ ἕνα Τοῦρκο εὐγενή πού ὀνομαζόταν Ὀσμάν Ἐφέντης. Ὅταν αὐτός μετέβη στό τέμενος τοῦ Ὀμάρ, πού βρίσκεται στήν Ἱερουσαλήμ, ὁ Ἅγιος τόν συνόδευσε καί εἰσῆλθε μαζί μέ τόν κύριό του στό τέμενος. Ἡ εἴσοδος αὐτή τοῦ Ἁγίου στό τέμενος προκάλεσε τήν ὀργή καί τήν κατ’ αὐτοῦ κατηγορία κάποιων φανατικῶν Τούρκων πρός τόν πασᾶ τῆς Δαμασκοῦ, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ Ἅγιος μίανε τό τουρκικό τέμενος. Ὁ πασᾶς ζήτησε ἀπό τόν Νεομάρτυρα Παναγιώτη, γιά νά ἀποφύγει τόν θάνατο, νά ἀσπασθεῖ τόν Ἰσλαμισμό. Μέ τό ἄκουσμα τῆς προτάσεως αὐτῆς ὁ Ἅγιος, μέ πνευματική ἀνδρεία καί θάρρος, ὁμολόγησε τήν πίστη του ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντος λέγοντας: «Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος. Θανάτωσέ με, δέν φοβᾶμαι. Χριστός Ἀνέστη!». Ἔτσι ὁδηγήθηκε στήν πύλη τοῦ Δαβίδ, ὅπου γονάτισε καί ἔψαλε τό «Χριστός Ἀνέστη» ἐνώπιον πλήθους Μουσουλμάνων. Ἐκεῖ δέχθηκε τό στέφανο τοῦ μαρτυρίου, ἀφοῦ τοῦ ἀπέκοψαν τήν τίμια κεφαλή. Τό ἱερό λείψανο τοῦ Νεομάρτυρα Παναγιώτη τό ἀγόρασαν μοναχοί τῆς Ἑλληνικῆς μονῆς τῶν Ἱεροσολύμων ἀντί 5.000 γροσίων καί τό ἐνταφίασαν μέ τιμές καί εὐλάβεια.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.