Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Θεόδωρος καταγόταν ἀπό τήν Πέργη τῆς Παμφυλίας καί μαρτύρησε ἐπί αὐτοκράτορος Ἀντωνίνου (138 – 161 μ.Χ.). Ἔχοντας ζῆλο γιά τήν πατρώα εὐσέβεια κατέστρεφε εἴδωλα καί ναούς εἰδωλικούς. Συνελήφθη ὅμως καί ὑπέστη γι’ αὐτό φρικώδη βασανιστήρια. Τόν ἔβαλαν ἐπάνω σέ πυρακτωμένες σχάρες καί στή συνέχεια τοῦ ἔδεσαν τά πόδια σέ ἄλογα πού τόν ἔσυραν μέχρι θανάτου. Ἀκολούθως τόν ἔριξαν σέ καμίνι φωτιᾶς μέ τούς στρατιῶτες Σωκράτη καί Διονύσιο καί τόν ἱερέα τῶν εἰδώλων Διόσκορο, πού βλέποντας τά μαρτύρια τοῦ Ἁγίου, πίστεψαν στόν Χριστό. Ἔπειτα, ἀφοῦ πρῶτα τόν φυλάκισαν, τόν σταύρωσαν καί τόν πλήγωσαν μέ βέλη γιά τρεῖς συνεχεῖς ἡμέρες. Ἔτσι μαρτύρησε ὁ Ἅγιος Θεόδωρος καί ἔλαβε τό στέφανο τοῦ μαρτυρίου καί τῆς δόξας.
Ἡ μητέρα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου, Φιλίππα, μετά τόν σταυρικό θάνατο τοῦ υἱοῦ της, ὁμολόγησε τόν Χριστό ὡς Θεό ἀληθινό καί μαρτύρησε διά ξίφους. Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Διόσκορος μαρτύρησε διά τοῦ πυρός καί οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Σωκράτης καί Διονύσιος μαρτύρησαν ἀπό χτυπήματα με λόγχη μέσα σέ κάμινο.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.