Η Ἁγία Κυπρίλλα, καταγόταν ἀπὸ τὴν ἴδια πατρίδα, μὲ αὐτὴν τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου ἐπισκόπου Κυρήνης, δηλαδὴ τὴν Κυρήνη.
Παντρεύτηκε καὶ ἔζησε μὲ τὸν σύζυγό της μόνο δυὸ χρόνια. Διότι αὐτὸς πέθανε καὶ ἔτσι ἔμεινε χήρα 28 χρόνια. Ἐπειδὴ ὅμως εἶχε φοβεροὺς πονοκεφάλους, πῆγε στὸν Ἅγιο Θεόδωρο, ποὺ τότε ἦταν φυλακισμένος γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὴν θεράπευσε. Ἀπὸ τότε ἡ Κυπρίλλα, μαζὶ μὲ τὴ Λούκια καὶ τὴν Ἀρόα, ἔμεινε ἐκεῖ καὶ ὑπηρετοῦσε τὸν Ἅγιο.
Μετὰ τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου, καταγγέλθηκε στὸν ἡγεμόνα καὶ ἡ Κυπρίλλα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν κατόρθωσαν νὰ τὴν κάνουν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, τὴν κρέμασαν σ’ ἕνα ξύλο, ὅπου τῆς ξέσχισαν τὶς σάρκες, καὶ ἔτσι παρέδωσε τὴν μακαρία ψυχή της.
Τὸ τίμιο λείψανό της, παρέλαβαν καὶ ἔθαψαν μὲ τιμὲς ἡ Λούκια καὶ ἡ Ἀρόα.
Ἀργότερα ὁ ἡγεμόνας Διγνιανός, θανάτωσε καὶ τὶς δυὸ αὐτὲς γυναῖκες.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.