Καταγόταν ἀπό μία κωμόπολη τῆς Θεσσαλονίκης τήν Κουλιακιᾶ. Ὁ πατέρας του ἦταν προεστός τῆς χώρας ἐκείνης καί ὀνομαζόταν Πολύχρους, ἡ δέ μητέρα του Λούλουδα. Ἦταν δέ καί οἱ δύο εὐσεβεῖς χριστιανοί.
Στήν ἀρχή ὁ Ἀθανάσιος παρακολούθησε μαθήματα στό Ἑλληνικό Σχολεῖο τῆς Θεσσαλονίκης καί ἀργότερα μαθήτευσε κοντά στόν Ἀθανάσιο τόν Πάριο. Ἀργότερα φοίτησε στή Σχολή τοῦ Βατοπεδίου στόν Ἄθωνα, κοντά στόν Παναγιώτη Παλαμά.
Ὕστερα ᾖλθε στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά ἐπιστρέψει καί πάλι στό Ἅγιον Ὄρος καί μετά ἐπανῆλθε στήν πατρίδα του Κουλιακιᾶ. Ἐκεῖ κατηγορήθηκε ψευδῶς, ὅτι ὁμολόγησε τήν μουσουλμανική θρησκεία καί ἔτσι τόν πίεζαν καθημερινά νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστιανισμό. Ὁ Ἀθανάσιος ὅμως, ἔμεινε ἀκλόνητος στήν Χριστιανική πίστη καί φυλακίστηκε. Μετά ἀπό διάφορες προσπάθειες τῶν Τούρκων, κατά τήν πολυήμερη φυλάκισή του, νά ἐξισλαμιστεῖ, ὁ μάρτυρας ὁμολόγησε τόν Χριστό σάν ἀληθινό Θεό.
Ἔτσι τόν ἀπαγχόνισαν ἔξω ἀπό τή Θεσσαλονίκη στίς 8 Σεπτεμβρίου 1774.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.