Οἱ δύο αὐτοί Ὅσιοι ἀναφέρονται σέ κάποια διήγηση, κατά τήν ὁποία ὁ Ἰωάννης εἶδε τόν Ζαχαρία, ὁ ὁποῖος ἦταν σκυτοτόμος* νά βγαίνει ἀπό τό Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας συνοδευμένο ἀπό θεῖο φῶς. Τόν ἀκολούθησε στό σπίτι του καί ἔμαθε ὅτι, ἂν καί ἦταν παντρεμένος, ζοῦσε μέ παρθενία καί σωφροσύνη, καί ὅσα κέρδιζε ἀπό τήν τέχνη του, τά μισά τά ἔδινε στούς φτωχούς καί ὅτι ἔζησε ζωή θεοφιλή (7ος αἰ. μ.Χ.).
Γιά τόν Ἰωάννη λέγεται, ὅτι ἦταν πλούσιος καί ἀξιωματοῦχος. Περιφρόνησε ὅμως τά ἐγκόσμια καί ζοῦσε ζωή ἁπλή καί ἀσκητική, συχνάζοντας κάθε μέρα στούς ναούς, ὅπου ἔτυχε νά συναντήσει καί τόν πιό πάνω σκυτοτόμο Ζαχαρία.
*Σκυτοτόμος: σανδαλοποιός, ράπτης δερμάτων, κάτι παρόμοιο καί μεταξύ σημερινοῦ τσαγκάρη καί τεχνίτη κατεργασίας καί μεταποίησης δερματίνων εἰδῶν.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.