Η Ἁγία Ἀναστασία ἔζησε στήν Κωνσταντινούπολη κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ τοῦ Μεγάλου (527 – 565 μ.Χ.) καί καταγόταν ἀπό πλούσιους καί εὐγενεῖς γονεῖς. Ἦταν πρώτη Πατρικία τοῦ βασιλέως καί φοβούμενη τόν Θεό. Οἱ ἀρετές της κίνησαν σέ φθόνο τήν βασίλισσα καί ἔτσι ἡ Ἁγία ἀναγκάστηκε νά παραλάβει μέρος τῆς περιουσίας της καί νά καταφύγει στήν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ἔκτισε στήν θέση πού καλεῖται Πέμπτον μονή, ἡ ὁποία ὀνομάστηκε καί τῆς Πατρικίας καί ζοῦσε ἀσκητικά. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός τήν ἀναζητεῖ, ἐγκατέλειψε τήν μονή καί προσῆλθε στήν σκήτη τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ, στόν ὁποῖο ἐμπιστεύθηκε τά κατ’ αὐτήν. Ὁ ἀββᾶς τήν ἔνδυσε μέ ἀνδρικά ἐνδύματα καί τήν μετονόμασε σέ Ἀναστάσιο. Ὅρισε δέ καί ἕναν ἀπό τούς ὑποτακτικούς τῆς σκήτης, γιά νά προσκομίζει σέ αὐτήν τά ἀπαραίτητα, ἔτσι ὥστε νά μήν ἐξέρχεται ἀπό τό σπήλαιο μέσα στό ὁποῖο ἀσκήτευε.
Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Ἀναστασία παρέμεινε κλεισμένη ἐπί εἴκοσι ὀκτώ ὁλόκληρα χρόνια. Ὅταν προεῖδε τό τέλος της, προσκάλεσε τόν ἀββᾶ Δανιήλ καί ἀφοῦ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κοιμήθηκε μέ εἰρήνη.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.