Ἡ Ἁγία Θεοδώρα καταγόταν ἀπό τήν Τύρο τῆς Φοινίκης. Σέ ἡλικία δεκαεπτά χρόνων, ἐπειδή ἦταν Χριστιανή, συνελήφθη καί ὁδηγήθηκε στόν ἄρχοντα τῆς χώρας τῆς Παλαιστίνης, Οὐρβανό, πού ὁμολόγησε τόν Χριστό. Κατά συνέπεια αὐτοῦ τήν χτύπησαν στά πλευρά καί στό στῆθος. Ἐπειδή ὅμως δέν πείσθηκε, κλείσθηκε φυλακή. Ὁ δεσμοφύλακας εἶχε διαταγή ὄχι μόνο νά τήν φυλάσσει μέ ἀσφάλεια, ἀλλά καί νά μήν εἰσέρχεται κανείς γιά νά τήν ἐπισκεφθεῖ, παρά μόνο νά μεταφέρονται σέ αὐτήν τά σχετικά μέ τήν τροφή, μέχρις ὅτου ἀρνηθεῖ τόν Χριστό καί θυσιάσει στούς λεγόμενους θεούς. Μετά τό πέρασμα πολλῶν ἡμερῶν βγῆκε ἀπό τήν φυλακή καί ἐξαναγκαζόταν νά θυσιάσει στούς ἀκάθαρτους δαίμονες. Ἡ Ἁγία Θεοδώρα δέν ἀνεχόταν οὔτε νά τό ἀκούσει καί γιά τό λόγο αὐτό τιμωρήθηκε χωρίς ἔλεος, μέχρι πού τέλος τήν ἔριξαν στή θάλασσα, ὅπου παρέδωσε τό πνεῦμα της στόν Κύριο καί ἔλαβε τό στέφανο τῆς δόξας.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.