Ὁἱ Ἁγίες Δημητρία καί Βιβιανή ἐζοῦσαν κατά τούς χρόνους τούς αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου στή Ρώμη καί ἦταν θυγατέρες τῶν Ἁγίων Φλαβιανοῦ († 22 Δεκεμβρίου) καί Δαφροσίας († 4 Ἰανουαρίου). Ὁ διοικητής τῆς Ρώμης μετά τόν μαρτυρικό θάνατο τῶν γονέων τους, ἀφοῦ συνέλαβε τήν Δημητρία καί τήν Βιβιανή καί τίς ἐβασάνισε ἀνηλεῶς, δέν κατάφερε νά τίς ἀποσπάσει ἀπό τήν πίστη τους στόν Χριστό. Ἔτσι, ἔδωσε ἐντολή νά τίς ἀποκεφαλίσουν, τό 363 μ.Χ. Ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης Σιμπλίκιος (468 – 483 μ.Χ.) καθιέρωσε ναό πρός τιμήν τῆς Ἁγίας Βιβιανῆς, ὁ δέ Οὐρβανός ὁ Η’, τό 1628, ἀνακαίνισε αὐτόν καί μετακόμισε ἐκεῖ τά ἱερά λείψανα τῆς Ἁγίας Δημητρίας καί τῆς μητρός αὐτῆς.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.