Οἱ Ἁγίες Βασίλισσα καί Καλλινίκη κατάγονταν ἀπό τή Γαλατία. Ἐπειδή ἡ Ἁγία Μάρτυς Βασίλισσα ἦταν πλούσια, ἔδινε χρήματα στήν Ἁγία Καλλινίκη γιά νά πηγαίνει στίς φυλακές καί νά τά παρέχει στούς ἐγκλείστους Χριστιανούς γιά τή διατροφή τους, μέ σκοπό νά προσεύχονται ὑπέρ αὐτῆς. Ἐπιθυμοῦσε νά τούς κάνει πρόθυμους γιά τό μαρτύριο καί νά τούς παρασταθεῖ, ὥστε νά μήν χάνουν τό θάρρος στίς θλίψεις τους. Κάποια, λοιπόν, μέρα, ἀφοῦ συνελήφθη ἡ Καλλινίκη καί ρωτήθηκε τίνος εἶναι τά χρήματα, ἐπειδή δέν γνώριζε νά λέει ψέματα, ὁμολόγησε. Γι’ αὐτό τήν ἔδεσαν καί τήν παρέδωσαν στόν ἄρχοντα. Καί ἀφοῦ συνελήφθη καί ἡ Ἁγία Βασίλισσα, παρουσιάσθηκε ἐνώπιόν του στό δικαστήριο. Καί οἱ δυό ὁμολόγησαν μέ παρρησία τόν Χριστό καί ὑποβλήθηκαν σέ διάφορα βασανιστήρια, ἐξαναγκαζόμενες νά ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους καί νά θυσιάσουν στά εἴδωλα. Ἐπειδή ὅμως δέν πείσθηκαν, μέ ξίφος τούς ἀπέκοψαν τίς ἱερές κεφαλές. Νίκησαν ἔτσι τόν διάβολο καί ἀπόλαυσαν τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Τό μαρτύριο τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Βασιλίσσης καί Καλλινίκης ἔγινε τό ἔτος 252 μ.Χ. ἐπί αὐτοκράτορα Γάλλου (251 – 253 μ.Χ.).
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Κλέος ἄφθαρτον, εἰσεποιήσω, ὡς ἀθλήσασα, ἐνδρειοφρόνως, Καλλινίκη Ἀθληφόρε πανεύφημε· τῷ γάρ οἰκείῳ σου αἵματι πάνσεμνε, τό τοῦ Νυμφίου σου πάθος ἐδόξασας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν ἀθλήσει ἤνεγκας, πλείστας ὀδύνας, Καλλινίκη ἔνδοξε, καί καταβέβληκας ἐχθρόν· ὅθεν τῆς νίκης τόν στέφανον, παρά Κυρίου, ἀξίως ἀπείληφας.
Μεγαλυνάριον.
Πόθῳ τετρωμένη τῷ τοῦ Χριστοῦ, Μάρτυς Καλλινίκη, ἠγωνίσω ἀθλητικῶς· ὅθεν οὐρανίων, θαλάμων ἠξιώθης, ὑπέρ ἡμῶν Κυρίῳ, ἀεί πρεσβεύουσα.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.