Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Κάρπος ἔζησε τόν 1ο αἰώνα μ.Χ. καί καταγόταν ἀπό τήν Τρωάδα τοῦ Ἑλλησπόντου. Φιλοξένησε στήν οἰκία του τόν Ἀπόστολο Παῦλο καί ἔγινε βοηθός αὐτοῦ στό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καί κομιστής τῶν ἐπιστολῶν πού ἔστειλε ὁ Παῦλος πρός τίς Ἐκκλησίες.
Ἀφοῦ περιόδευσε πολλές πόλεις καί κήρυξε μέ ἱερό ζῆλο τό Εὐαγγέλιο, ἐγκαταστάθηκε ἀπό τόν Παῦλο Ἐπίσκοπος Βεροίας τῆς Θράκης, ὅπου καί κοιμήθηκε ἀγωνιζόμενος μέχρι τήν τελευταία του πνοή ὑπέρ τῆς διαδόσεως τοῦ θείου λόγου.
Δεν γνωρίζουμε γιά ποιόν ἀκριβῶς Ἀλφαῖο πρόκειται. Κατ’ ἄλλους πρόκειται γιά τόν Ἰάκωβο τόν Ἀλφαῖο, ἕναν ἀπό τούς Δώδεκα Ἀποστόλους καί ἀδελφό τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου, καί κατ’ ἄλλους, τό ὁποῖο εἶναι καί πιθανότερο, γιά τόν Ἀλφαῖο ἢ τόν Κλεόπα, σύζυγο τῆς Μαρίας, συγγενοῦς τῆς Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος κατανάλωσε τό βίο του, μέ τή σύζυγο καί τά τέκνα του, ἐργαζόμενος ὑπέρ τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.
Θείας χάριτος, τῇ κοινωνίᾳ, ἐκοινώνησας, δεσμῶν τῷ Παύλῳ, θεομακάριστε Κάρπε Ἀπόστολε, καί κοινωνούς θείας δόξης ἀνέδειξας, τούς δεξαμένους τό φέγγος τῶν λόγων σου. Ὅθεν πρέσβευε, Χριστῷ τῷ Θεῷ πανεύφημε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Καρποφόρος πέφηνας, τῇ μυστικῇ γεωργίᾳ, ὡς κλεινός Ἀπόστολος, καί ὑπηρέτης τοῦ Λόγου· ὅθεν σου, ὁ τῶν ἀγώνων καρπός ὁ θεῖος, κάρπωμα, τερπνόν προσήχθη τῷ Παντεπόπτῃ· ὃν ἱκέτευε ἀπαύστως, Κάρπε θεόφρον, ἐλεηθῆναι ἡμᾶς.
Μεγαλυνάριον.
Παύλῳ τῷ θεόπτῃ διακονῶν, διάκονος ὤφθης, μυστηρίων πνευματικῶν, ὧν διαπορθμεύων, τοῖς θέλουσι τήν χάριν, θαυμάτων ἀναβλύζεις, ὦ Κάρπε χάριτας.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.