Ὁλοι αὐτοί οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες κατάγονταν ἀπό τήν Περσία καί ἄθλησαν κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (306 -337 μ.Χ.) καί τοῦ Πέρσου Βασιλέως Σαπώρ Β’ (309 – 379 μ.Χ.).
Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Αὐδιησοῦς ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Βηθχασχάρ. Ἀφοῦ κατηγορήθηκε ἀπό τόν ἀνεψιό του στόν βασιλέα ὅτι ἐργαζόταν μαζί μέ ἄλλους Χριστιανούς ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ καί καταφρονοῦσε τά εἴδωλα, συνελήφθη καί, μαζί μέ δέκα ἕξι πρεσβυτέρους, ἐννέα διακόνους, ἕξι μοναχούς καί ἑπτά παρθένες, ὁδηγήθηκε ἐνώπιον αὐτοῦ. Ἀφοῦ ὁμολόγησε μέ τούς λοιπούς τήν πίστη του στόν Χριστό, ἀπεστάλη στό Μβεήτ Λαβάτ, πρός τόν ἀδελφό τοῦ βασιλέως Ἀρσήθ. Αὐτός, ἀφοῦ τούς ἀνέκρινε καί πιστοποίησε τήν ἐμμονή τους πρός τήν Χριστιανική πίστη, διέταξε νά θέσουν ξύλα περί τά σώματά τους, ἔπειτα δέ, ἀφοῦ τούς ἔδεσαν, συνέτριψαν τά ὀστά καί σέ ἄθλια κατάσταση τούς ἔριξαν στή φυλακή, ὅπου ὡς τροφή τούς διδόταν μόνο εἰδωλόθυτα. Αὐτοί ὅμως ἀρνοῦνταν νά φάγουν ἀπό αὐτά καί ἀρκοῦνταν σέ λίγο ψωμί καί νερό, τά ὁποία κρυφά τούς ἔφερνε θεοσεβής Χριστιανή. Μετά ἀπό λίγο συνελήφθη καί ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Χασχάρ Αὐδᾶς, ὅλοι δέ, ἐμμένοντας μέ πνευματική ἀνδρεία στήν ὁμολογία τους, ἀποκεφαλίσθηκαν καί ἔτσι περιεβλήθησαν τό στέφανο τοῦ μαρτυρίου τό 375 μ.Χ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.